
ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ, ΠΡΩΙ.

(Athens Voice, τ.379, 16.02.12)



La Cantique de Noël - Röyksopp: Ένα σύμπαν από νιφάδες που τρεμοπαίζουν σαν χαλασμένο theremin. Παλιό παραδοσιακό τραγουδάκι, το έλεγαν στα σχολεία τον περασμένο αιώνα. Μία άρπα, ένας υπολογιστής και μία καρδιά από κρύσταλλο. (tiny.cc/syf6z)
That Was The Worst Christmas Ever! - Sufjan Stevens: Το αγαπημένο eye candy της αθηναϊκής χιψτερίας για το 2010. Οι διάσημες χριστουγεννιάτικες μπαλάντες του είναι τόσο low-folk που σέρνονται στο πάτωμα. Ευτυχώς, όλο το δράμα είναι γκομενικό και δεν αφορά τον i-Βασίλη. (tiny.cc/98n5j)
Vieni a vivere - Dente: Για τη νέα χρονιά «έλα να ζήσεις μαζί μου, θα κάνουμε 120 παιδιά και θα δώσουμε σε όλα παράξενα ονόματα». Πρώτον: είναι στα ιταλικά. Δεύτερον: έχει παιδική χορωδία. Τρίτον: έχει μία θεϊκή παύση που σου ραγίζει τους δακρυγόνους. (tiny.cc/xxkyy)
Stay Another Day - Maps: Διασκευή παλιού κομματιού των East 17. Ο τύπος λέει το εμπνεύστηκε καταχείμωνο, οδηγώντας, έχοντας σβερκώσει 12 Ες. Το μόνο που τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ήταν ένα θερμοσάμθινγκ τζάκετ που φορούσε. Το ακούς και νιώθεις σιγά σιγά να παγώνει το αίμα σου, είναι μαγικό σου λέω. Φά’ το. (tiny.cc/s3wkx)
We Dress Up Like Snowmen - The Wave Pictures: Κλασικό χριστουγεννιάτικο indie που πανκο-ποπίζει, έχει πλάκα, δεν καταλαβαίνεις γρι τι λέει αλλά στο τέλος χορεύουν όλοι μαζί στο χιόνι κοροϊδεύοντας κάποιον Ντέιβιντ, «ο Ντέιβιντ είναι τέρας, νια-νια-νια». Ποιος δεν τα ’χει ζήσει; (tiny.cc/bjczu)
Wonderful Christmas Time - Hold Your Horse Is: Τρεις πιτσιρικάδες Άγγλοι διασκευάζουν στο τυπικό έξτρα-fun, πανκο-ποπ στιλ το χριστουγεννιάτικο κλάσικ του Paul McCartney, μετά πάνε στην pub, μεθάνε, ξερνάνε πάνω σε μία γκόμενα, κατουράνε στη γωνία και μέχρι τις 10 και μισή έχουν λιποθυμήσει. Το επόμενο πιο british πράγμα που μπορώ να σκεφτώ είναι το Φαληράκι της Ρόδου. (tiny.cc/gtotc)
Splitting Up Christmas - Kevin Devine: Γλυκανάλατο indie με ακουστική κιθάρα, από αυτά που ντρέπεσαι αλλά σ’ αρέσουν. Ο τύπος πρέπει μάλλον να φοράει ζακάρ πουλόβερ με τάρανδους, τραγουδώντας το. Ευτυχώς ξέρεις ότι είναι μπάκουρας και σώζεται κάπως. Ενδιαφέροντες ήχοι στο βάθος, μάλλον από τις σωληνώσεις. (tiny.cc/8pxjd)
A Glimpse of Stocking - Saint Etienne: Ολόκληρο άλμπουμ από το αγαπημένο τρίο, 15 χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια παλιά και καινούργια, λίγο λυπημένα ή εντελώς χαζά. Κουδουνίζουν σαν παγάκια, κάνουν ποπ σαν ποπκόρν μέσα στο μικροκυμάτων, κάνουν γρρρ-γρρ σαν DVD player που ξεκινάει. Ξυπνάς και είναι 1990. (tiny.cc/7x3qk)
Christmas Special - The Boy Least Likely To: Πρώτη φορά ακούω χριστουγεννιάτικα τραγούδια να μοιάζουν καλοκαιρινά. Άλμπουμ με 11 κομμάτια, κουδουνάκια, γαϊδουράκια, χιονονιφάδες, ανύπαντρους γονείς και ένα στο οποίο οι δύο Wham! συναντιούνται μετά από χρόνια σε ένα μπαρ και περνάνε μαζί τα Χριστούγεννα. Τι γλυκό! (tiny.cc/bf8sz)
The Bad Wife - Julie Christmas: Σκέψου ένα ξωτικό με προβλήματα διαχείρισης θυμού, μέσα σε ένα σπιτάκι από χριστουγεννιάτικη πουτίγκα, να τα έχει πάρει στην κράνα και με την κιθάρα του να ουρλιάζει «Θα σας γαμήσω όλους - Μη μου φύγεις μωρό μου - Αποκεφαλισμένα γεράκια - Όλα είναι πράσινα», με φωνή Μπγιορκ. Για ένα διαφορετικό ρεβεγιόν. (tiny.cc/wcpl9)
A Christmas Gift for You - Various: Κυκλοφορία της ετικέτας MoshiMoshi με 6 νέα γκρουπ που ερμηνεύουν παλιά χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια με το γνώριμο ύφος της ανεξάρτητης σκηνής: κιθάρες, γκομπιούτερς, βελούδινους ακκισμούς και φωνές μεγαλομπεμπέκας. Καλό για το αυτοκίνητο. (tiny.cc/o6soz)
Last Christmas - I Like Trains: Συγκινητική, αργόσυρτη προσπάθεια να αποδώσουν το κλασικό εορτο-χιτ των Wham! με σοβαροφάνεια, ώριμη διάθεση και καμπανάκια. Καταλήγουν να ακούγονται σαν στεναχωρημένη 17χρονη αδερφή που έχει καπνίσει τρία πακέτα τσιγάρα. Τέλειο. (tiny.cc/yqren)
Merry Christmas - Thunderskank & Tru Fix: Καρτουνίστικο κατασκεύασμα με θραύσματα και samples από το μουσικό θέμα του John Williams για το “Home Alone”, με dubstep γδούπους και συρσίματα. Καλό για να κλείσει το πάρτι. Έχει και την ατάκα “Merry Christmas filthy animal”. (tiny.cc/4ss6y)
(AthensVoice, Xmas Guide 2010)
ΠανικοβάλPodcast->εδώ
.jpg)
● ● ● Στο σπίτι αγαπάμε τις πίτες. Όποτε κάποιος φίλος μάς λέει «Ελάτε, έχω πίτα» ρωτάμε από ποιο χωριό είναι η μαμά του και μετά, ανάλογα προσπαθούμε να μαντέψουμε τη συνταγή, το φύλλο ή τη ζύμη και πόσο λάδι θα έχει.
● ● ● Η δημοφιλέστερη είναι Τα Σπανακοπιτάκια της Κυρίας Ιωάννας, τα οποία έχουν ένα πρόστυχο μέγεθος – κυρίως γιατί και ένα μόνο μπορεί ή να σε χορτάσει ή να είναι η αρχή για μία χιονοστιβάδα σπανακοπιτακίων. Η κυρία Ιωάννα είναι Πολίτισσα, άρα και μερακλού στα λάδια της, κάτι που κάνει τη σπανακόπιτά της τραγανή αλλά και μεστή, χαριτωμένα «βαριά» και με μία τέλεια υγρασία που την κρατάει να μη θρυμματίζεται.
Σπανακοπιτάκια Κυρίας Ιωάννας
Για τη γέμιση: 1 κ. σπανάκι ● ½ κ. φρέσκα κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα ● 1 μεγάλο πράσο ψιλοκομμένο ● 1 ματσάκι άνηθο ● 4 αυγά για μέσα και 1 καβατζωμένο ● 350 γρ. φέτα θρυμματισμένη (εγώ βάζω και λίγο παραπάνω άμα έχω κέφια)
Για τη ζύμη: 1 κιλό «αλατίνη μπλε κοσκινισμένο» (έτσι μας το λέει) ● 1 ποτήρι του κρασιού ελαιόλαδο ● 1 ποτήρι του κρασιού ξίδι ● αλατάκι - πιπεράκι ● χλιαρό νερό για το ζύμωμα
Γέμιση: Ζεματίζουμε το σπανάκι στην κατσαρόλα. Στραγγίζουμε. Αφήνουμε στην άκρη. Πάμε στις άλλες πρασινάδες. Μόλις ψιλοκόψουμε το κρεμμυδάκι και το πράσο τούς ρίχνουμε αλάτι και μετά τα ζουλάμε για να πέσουν – και μετά ρίχνουμε τον άνηθο. Τα ανακατεύουμε και τα ρίχνουμε στο σπανάκι και τα σοτάρουμε πάλι για λίγο όλα μαζί. Αφήνουμε το μείγμα να κρυώσει και μετά ρίχνουμε τα 4 αυγά ελαφρά χτυπημένα και τη θρυμματισμένη φέτα (και αν γουστάρουμε λίγο αλάτι ακόμα – αλλά καλύτερα όχι).
Ζύμη: Κοσκινίζουμε το αλεύρι, αλατοπιπερώνουμε, ανοίγουμε μία λακουβίτσα και ρίχνουμε το λάδι και το ξίδι. Αρχίζουμε να ζυμώνουμε και ανάλογα ρίχνουμε χλιαρό νερό. Όταν γίνει η ζύμη, ξαναζυμώνουμε άλλη μία φορά με λαδωμένα χέρια.
Εκτέλεση: Κόβουμε τη ζύμη σε κομμάτια και τα ανοίγουμε σε μέγεθος πίτας για σουβλάκι, χρησιμοποιώντας για το αλεύρωμα κορν φλάουρ. Γεμίζουμε, διπλώνουμε, απλώνουμε στη σειρά σε ταψί με λάδι και από πάνω τα περνάμε ένα πινελάκι με το ένα αυγό και λίγο λάδι χτυπημένα, για να ροδίσουν τέλεια. Τα ψήνουμε στους 180, στον αέρα, για όση ώρα χρειαστεί μέχρι να πάρουν το αμαρτωλό χρυσό χρώμα που ξέρουμε.
● ● ● Κάνουμε κι άλλες πίτες, βέβαια. Μερικές φορές παίρνουμε συνταγές από τον Γαστρονόμο, όπως η τάρτα με τον καγιανά που είναι εξαιρετική μετά από μία μέρα στο ψυγείο, άλλες φορές κάνουμε ταπεινές χορτόπιτες του πατέρα Ευδόκιμου ή απλώς αυτοσχεδιάζουμε με έτοιμα ζυμάρια. Μέχρι βασιλόπιτα με φέτα και σταφίδες έχουμε φτιάξει. Ό,τι να ’ναι.
● ● ● Άλλο δυνατό μας σημείο είναι ο Πούστης με Κινέζο: σόρι αλλά έτσι λέγαμε το Κοτόπουλο με Ρύζι στο στρατό και έτσι έμεινε, τι να κάνουμε τώρα. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ – ίσως γιατί είναι ένας χορταστικός, διαχρονικός συνδυασμός που σηκώνει άπειρες παραλλαγές, ανάλογα με τις πολιτιστικές διαθέσεις της ημέρας. Από Texan μέχρι oriental, μέχρι ανάλαφρο λεμονομοσχομυριστό αμαλφιώτικο, μέχρι hindu με πολλά μπαχάρια να λιποθυμάει η από πάνω. Πάντως από εξωτικά το μόνο που κάνουμε (τέλεια όμως) είναι η σούπα η laksa lemak kot-kot (επειδή την ενισχύουμε σε ψιλοκομμένο κοτόπουλο), εκτός αν την ενισχύσουμε σε όλα τα λαχανικά, οπότε πια δεν είναι σούπα αλλά είναι γαμάουα. Laksa lemak woof woof.
● ● ● Το ιδανικό μας είναι η κατσαρόλα φυσικά. Μας αρέσουν οι αλχημείες πάνω από ένα τσουκάλι. Ανοίγουμε κουτάκια, ρίχνουμε υλικά, τσιμπήματα από μυρωδιές και ιδέες, βότανα, χόρτα, πραματάκια… Κάθε φορά βγαίνουν άλλα αποτελέσματα, άλλοι συνδυασμοί και ευωδιές που καλούνε πνεύματα, που έρχονται και ευφραίνονται, ευλογάνε τους τοίχους, τα νερά και τα κεφάλια μας.
● ● ● Από γλυκά δεν φτιάχνουμε τίποτα γιατί είναι παχυντικά. Προτιμούμε να τα παίρνουμε απ’ έξω.

· Ίσως το Comicdom από του χρόνου να πρέπει να αναζητήσει μεγαλύτερο χώρο, έγινε πολύ δημοφιλές, λέω, μούσκεμα στον ιδρώτα την πρώτη πραγματικά ζεστή μέρα αυτού του παντοτινού κολοκαλόκαιρου σε αυτή την πόλη, ανάμεσα σε εκατοντάδες cubs με βερμούδες και τα αγαπημένα τους μαύρα t-shirts, στριμωγμένα όλα μπροστά στους πάγκους με τα σακουλοποιημένα collector’s κόμικς. Θέλω να τα πιάσω και να τους πω: Είμαι ο μπαμπάς σας.
· Εμένα μου αρέσει εδώ, το βλέπω ρομαντικά, το έχω συνηθίσει, λέει ο Pan Pan – Παναγιώτης Πανταζής, την ώρα που μιλάμε για το καινούργιο του προσωπικό άλμπουμ κόμικς – το 6ο στη σειρά και 5ο στον τίτλο Common Comics. Το Common Comics #5: Purr κυκλοφόρησε από την Giganto (το καλύτερο λογότυπο – μπλουζάκι στη γειτονιά) μόλις τώρα, φρέσκο σαν ζεστό ψωμάκι, τη μέρα του Comicdom Con Athens 2010 που έγινε στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση προχτές, το Σαββατοκύριακο. Σαρανταοχτώ σελίδες 24 x 17 σε απαλό, σατινέ, δίχρωμο εξώφυλλο γαλάζιο – καφέ (τα χρώματα του μικρού, έρημου, προσωπικού νησιού του καθένα, κατά προτίμηση Αιγαίο, σωστά;), μονόχρωμο εσωτερικό, καφέ μελάνι σε χαρτί σαμουά. Πράγμα που του δίνει μία αίσθηση σέπιας, σαν η ιστορία του Οδυσσέα και των φίλων του, του Βασίλη και της Ουλένκα, που διηγείται η πένα του Pan Pan εδώ και τρία τεύχη Common Comics, να είναι μία πολύ γνώριμη υπόθεση, φωτογραφία φυλαγμένη με τον καιρό, μέσα στο δικό σου Ντουλάπι Με Τα Συναισθηματικά Παράξενα (Κιτρινισμένα).
· Ο Οδυσσέας, ο Βασίλης και η Ουλένκα του Pan Pan είναι τρεις ιδανικοί, παιδικοί φίλοι και ενδεχόμενοι εραστές με τον γνωστό αστάθμητο τρόπο που λειτουργούν τα τρίγωνα όταν σε αυτά εμπλέκεται ο χρόνος, η τρυφερότητα, η αξιοπρέπεια, η φιλία, η μουσική, η πόλη και το νησί που δραπετεύει ο καθένας: η Βενετία, η άγονη γραμμή ή οι ξεκλείδωτες ταράτσες των κτιρίων της Αθήνας. Η φιλία, ο έρωτας και η μοναξιά συμβαίνουν σε ευάερες, μεγάλες εικόνες – πολλές φορές χωρίς καν πλαίσια, ή σε ένα πανέμορφο σερί τεσσάρων σελίδων τετραγωνισμένων σε έναν κάναβο από μικρά στοπ καρέ – γραμματόσημα, σαν παράθυρα πολυκατοικίας, εικονίδια με ακινητοποιημένες σκηνές της ζωής του Μοναχικού Οδυσσέα στην Αθήνα. Πριν ξεχυθεί στη χαρά των μεγαλύτερων εικόνων, ενός συνωστισμού σε live, σε κάποιο κλαμπ. Με πανέμορφο, σαν κινηματογραφικό, μοντάζ ο Πανταζής δένει τις σκηνές του: νυχτερινή ταράτσα, νησί, βουτιά στη θάλασσα, ερωτική εξομολόγηση. Νομίζεις ότι ακούς το σάουντρακ, κυλώντας επάνω στις εικόνες, μένοντας με το βλέμμα σου σαν νότα, πλήκτρο πιάνου που έσταξε επάνω στο σαμουά χαρτί με μια σταγόνα θάλασσας και περιμένεις να απλώσει το αλμυρό νερό για λίγο, να ποτίσει ο ήχος καθώς βυθίζεσαι στο κάθε καρέ.
· O Pan Pan, σαν postnoise, ντύνει τα κόμικς του με μουσικές. Χρονομετρώντας τον λογικό χρόνο που διαβάζεις την κάθε εικόνα, δίνοντας τον αέρα και τις ανάσες της πρώτης – και μετά της δεύτερης, απολαυστικότερης ανάγνωσης, και αργότερα της, με εμβρίθεια, τρίτης και τέταρτης, υπολογίζει τις σκηνές του με tracks. Συναρμολογεί τις μουσικές, ενίοτε τις παρουσιάζει και live (σε βραδιές με επιτυχία, που συζητιούνται για μέρες στις ταράτσες της Αθήνας…) και τις κόβει σε cd. Το Common Comics #5: Purr είναι μία μικροκαμωμένη συμφωνία τζαζ πιάνου και εσωστρεφούς beat που μπορεί να συνοδεύσει πολλές Αθηναϊκές ιστορίες εκτός από αυτή του Οδυσσέα και των φίλων του. Μοιάζει σαν ένα παιχνίδι να ακολουθείς τα καρέ του κόμικ με το ρυθμό που υπαγορεύει το σάουντρακ του δημιουργού, όπως παλιά, όταν προσπαθούσαμε να κάνουμε να συμπέσει, κατά τον αστικό μύθο, η ακρόαση του «Dark Side Of The Moon» των Pink Floyd με το μοντάζ σκηνών και συναισθημάτων στον ιστορικό «Μάγο του Οζ» της Τζούντι Γκάρλαντ.
· Ο Παναγιώτης έφτιαξε 30 αριθμημένα cd με τη μουσική για το κόμικ του. Δημιούργησε ξεχωριστό artwork για το καθένα, πανέμορφες εικόνες του ήρωα, της πόλης και των μπλε ραφ – καφέ χρωμάτων του, τα σένιαρε, τα ταχτοποίησε σε παράταξη επάνω στο κρεβάτι του και μετά τα λούστηκε με μια βουτιά όπως ομολογεί, χαρούμενος, δικά του, πριν τα δώσει στον πάγκο της Giganto. Φαντάζομαι τώρα δεν θα έχει μείνει ούτε ένα για δείγμα. Μπορείτε όμως να κατεβάσετε δωρεάν τη μουσική, όχι μόνο του Purr αλλά και των άλλων κόμικς του Pan Pan στο http://postnoise.com/?page_id=359
· Στην Giaganto κυκλοφόρησαν μόλις και άλλα δύο άλμπουμ: Το 5ο στη σειρά Krak Komiks, του προσωπικού τίτλου του Τάσου Μαραγκού (Tasmar), με την 5η και τελευταία (για τον 1ο κύκλο) συνέχεια της ιστορίας Hard Rock και το γνωστό ήρωά του Μάρκο-Σε-Έξαρση-Εφηβικού-Στρες σε φινάλε-έκπληξη καθώς και τις αποφθεγματικές τάσεις στις τελευταίες σελίδες («Ο Κομίστας είναι… Καλλιτέχνης», «Ο Κομίστας είναι… Επαναστάτης» του Κ.Ομίστα και «Το να δημιουργείς κόμικς… ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΟΜΠΥ!», ιστορία για το Greek Comics Wonderworld). Άλλο νέο άλμπουμ, το ανεξάρτητο κόμικ fanzine “HeHe!”, γνωστό και ως Το Χειρότερο Μίκυ Μάο Της Πόλης, που, μετά από δύο τεύχη, μετακόμισε στην Giganto books και μπαίνει σε νέα φάση ζωής. Επειδή λατρεύω τις παραφθορές των λέξεων και τους ιδιωματισμούς, δεν μπορώ να μην πω πόσο με κέρδισε το tagline του περιοδικού, μία χαριτωμένη lingo λεπτομέρεια της παρέας, αναβίωση της κουτσής προφοράς των τίτλων κόμικς της δεκαετίας του’60 από όσους δεν ήξεραν και πολύ καλά, όχι μόνο για τις εκδόσεις Ντίσνεϊ (Τερζόπουλου) αλλά ο,τιδήποτε κυκλοφορούσε σε εικονογραφημένο. Το HeHe! (προσωπικός τίτλος των Tomek & Γιάννη Μπαρδάκου ή JB) είναι γλυκό, ακαριαίο, κάπως αρρωστούλικο, ελαφρώς σουρεάλ, με τεχνική που θυμίζει σε μερικές στιγμές Αμερικάνους σχεδιαστές της Δυτικής Ακτής των 60ς και σε άλλες, μονογραμμικά καρτούν των 70ς. Guest συμμετοχή στο τεύχος, ένα freak show δισέλιδο κόμικ από τον Dr. Mo (έχει πλάκα να ψάξετε να αναγνωρίσετε τα «επώνυμα πρόσωπα» που (δεν) κρύβονται στις μαριονέτες The Shitty Puppets). Ανάμεσα στις ιστορίες του “HeHe!”, και μία εξαιρετική περιπέτεια επικοινωνίας, η «Φάτσα», για όσα μπορεί να καταλαβαίνουν το μυαλό, τα μάτια, η μύτη και το στόμα – ταυτόχρονα και διαφορετικά.
Έξω από την Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, στη Μασσαλίας, δεκάδες cubs καπνίζουν κρατώντας στο χέρι τις σακουλίτσες τους. Στη Σόλωνος κατεβαίνει μία μικρή διαδήλωση, στη Σκουφά την ακολουθεί παράλληλα και διακριτικά μία διμοιρία. Οι ιστορίες συμβαίνουν παράλληλα, σαν freeze frames του Pan Pan. Ανηφορίζω προς τη γειτονιά μου, πίσω από την Ένωση. Για μένα εκεί είναι η καρδιά της Αθήνας. Αυτό βλέπω. Γαλλικό Ινστιτούτο, τέρμα Σϊνα, το περίπτερο στο τέρμα της Διδότου, τα σκαλάκια του παλιού Αερόστατου, εκείνα που τα έχουν μετρήσει κατρακυλώντας μερικά από τα χρόνια μου, με τον Κ. και την Ε. και με τον γνωστό αστάθμητο τρόπο που λειτουργούν τα τρίγωνα μετά από πολλά ποτά.