
ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ, ΠΡΩΙ.

(Athens Voice, τ.379, 16.02.12)



· Ένα βράδυ με κρύο κατεβήκαμε όπως παλιά – αγέρωχα, επειδή ήταν άδεια – την Ιπποκράτους. Α, κοίτα, άνοιξε κλαμπ δίπλα στο Πασόκ, είπα. Δεν είναι κλαμπ, είναι ο Νάκας, με διορθώσανε. Μα, τόσα κόκκινα φώτα και μαρκίζες; Δεν το είχα προσέξει, γουάου, μπράβο. Γυαλίζει σαν φρεσκολουσμένο Studio 54. Αμέσως μετά συναντήσαμε τον σιωπηλό, σοφό Πύρινο Κόσμο με τη βιτρίνα γεμάτη ζεν και νιρβάνα και προσγειωθήκαμε. Είπαμε, τι είναι η ζωή; Όλα αυτά μια μέρα θα είναι θάλασσα.
· Μέχρι να σκεφτούμε την Ιπποκράτους θάλασσα, γωνία με Ακαδημίας είδαμε πολλές ηλικιωμένες κυρίες με φουσκωτά μαλλιά μαζεμένες γύρω από μία δυνατή κίτρινη λάμπα. Πάνω από τα κεφάλια τους, το πόστερ του Βασίλη Τσιβιλίκα, σαν όραμα, έλεγε «Η ζωή είναι ποδήλατο. Θέατρο Ακάδημος». Όσο υπάρχουν τα απογεύματα της Παρασκευής, τα θέατρα θα γεμίζουν από τις θείες μας, είπαμε. Είναι το δίκαιο του ηθοποιού. Είναι το prime time του αθηναϊκού κέντρου που επιμένει να πιστεύει στο φως της μαρκίζας, έστω και σ’ αυτόν τον έναν κιτρινισμένο προβολέα, σαν φάρο μέσα στο σκοτάδι της θάλασσας.
· Μετά διασχίσαμε το πορτοκαλί ποτάμι της Ακαδημίας ενώ ένας ποδηλάτης με ισοθερμικό κολάν περνούσε με κόκκινο (οκ, βαθύ πορτοκαλί), γυαλίζοντας ολόκληρος από τα φώτα και τα φανάρια πάνω του, ρόδες, σέλα, μπρος, πίσω, τιμόνια, χερούλια, πετάλια, ντισκοτέκ. Το είπε ο Τσιβιλίκας, σκέφτηκα από μέσα μου.
· Κάθε βόλτα στην Αθήνα γεμίζει το κεφάλι μου εικόνες ενός σεναρίου, πολλών σεναρίων, σαν να ανοίγω ένα κουτί με ιστορίες. Όποτε κατεβαίνω π.χ. την Ιπποκράτους, στην είσοδο της στοάς του Ακροπόλ νομίζω ότι θα δω τη Ρένα Ντορ να βγαίνει κουκουλωμένη το μαντό της μετά από παράσταση, και στο Διάνα απ’ έξω, ότι θα δω τη Ράντου να περιμένει στη στάση το εικοσιπέντε, για Προφήτη Δανιήλ.
· Χωθήκαμε απέναντι, στη Στοά Πεσμαζόγλου για να πάρουμε θαλπωρή από τα βιβλιοπωλεία και τα μαγαζιά με τις βαλίτσες. Δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να σταματάς σε μία βιτρίνα με σακ βουαγιάζ και πορτοφόλια, αλλά κάθε φορά σταματάμε και λέμε «Πάμε Μπράιτον» ας πούμε, «τον άλλο μήνα;» κοιτάζοντας την κλειδαριά καμιάς σαμσονάιτ. «Πάμε», είπαμε και τώρα και στρίψαμε σηκώνοντας τον γιακά.
· Τρέξαμε να μπούμε στα βιβλιοπωλεία της Στοάς. Αμέσως η ζέστη μάς γλύκανε τον σβέρκο. Υπήρχε μία υπόκωφη αγάπη σαν να κόχλαζαν από κάτω μας καζάνια, το θέατρο στα έγκατα, οι αρχαίες μηχανές του Κουν. Συγκινητικές, μικρόσωμες θείες ήταν βυθισμένες στους καναπέδες και διάβαζαν. Η ηρεμία στάλαζε ευγενικά από τα φώτα στις προθήκες, επάνω στα βιβλία. Τα θέλαμε όλα. Τα προσπερνούσαμε αργά, χαϊδεύοντας απλώς τα εξώφυλλά τους, ψηλαφούσαμε να βρούμε το χαρτί που θα μας συγκινούσε ακαριαία. Όταν βγήκαμε, κρατούσα το καινούργιο βιβλίο του φίλου μας, του Μανώλη Ζαχαριουδάκη, που έβγαλε στο Μεταίχμιο: «Ζωγραφική, Οδηγίες Χρήσεως ή Συμβουλές για τη διαδρομή του εικαστικού έργου από το εργαστήριο στον κόσμο».
· «Καφέ, τ.ώ.ρ.α.» είπαμε.
· «Η τέχνη είναι σαν δηλητήριο, όπως το οξυγόνο: αν έχεις λίγο πεθαίνεις, αν έχεις πολύ καίγεσαι ˙ πρέπει να βρίσκεται στη σωστή αναλογία με το άζωτο. Ακολούθως, η τέχνη πρέπει να βρίσκεται σε ισορροπία με το χρήμα: με τα πολλά λεφτά γίνεται ηλίθια και βαρετή, με τα λίγα λεφτά είναι γελοία, φτηνή, ανάξια. Αυτό ισχύει και όταν βλέπεις και όταν έχεις το έργο. Γι’ αυτό μην παίζεις με την τιμή του έργου σου. Ασφαλής διάρκεια ενατένισης ενός έργου άλλου καλλιτέχνη είναι τα 8-9 δευτερόλεπτα (αν είναι video πλησιάζει τα 20 δευτερόλεπτα). Μετά τα 12 δευτερόλεπτα έχεις υποστεί την επίδραση.»
· Ο Μανώλης έχει πιάσει από το χέρι και καθοδηγεί βήμα-βήμα τους νέους καλλιτέχνες που θέλουν να παρουσιάσουν το έργο τους και να ζήσουν από την τέχνη τους. Τους οργανώνει – από το βαλιτσάκι με τα σύνεργα άμεσης ανάγκης, μέχρι το πορτφόλιο και το εργαστήριό τους. Τους λέει να το έχουν ακατάστατο, σαν την ψυχή του καλλιτέχνη, αλλά ο επισκέπτης πρέπει να μπορεί να περπατήσει με ασφάλεια, χωρίς να λερωθεί, να μπορεί να δει τα έργα από τη σωστή απόσταση και με σωστό φωτισμό. Το δικό του, λέει, είναι απίστευτα βρόμικο και ακατάστατο, και αυτό δεν αντανακλά την ψυχή του, μάλλον προτιμά να μην τον επισκέπτεται κανείς. Έτσι˙ με νηφάλιο ύφος και ελαφρύ μειδίαμα δίνει στους μικρούς «το μικρό μαύρο βιβλιαράκι με τις οδηγίες» σαν κουτί γεμάτο με προσωπικές ιδιαιτερότητες και curiosities που το κάνουν μοναδικό: σχεδίασε τη δική του, χειρόγραφη γραμματοσειρά, παίζει με τα διάστιχα και τις κολώνες του κειμένου, βγαίνει από τα περιθώρια, ρίχνει απρόοπτα μικρά σκιτσάκια στις γωνίες και απολαυστικές, σημαδιακές χρονολογίες του παγκόσμιου χάρτη. «1882: Ηλεκτρικός ανεμιστήρας. 1916: Ο Monet συνεχίζει να ζωγραφίζει λουλούδια στο νερό. 1966: Ξεκινάει το Star Trek στην τηλεόραση.»
· Και όλο αυτό το εγχειρίδιο, το απογειώνει με μία μικρή, μικρότατη, τέλεια λεπτομέρεια: το γράφει σε δεύτερο ενικό πρόσωπο. Το απευθύνει σε γυναίκα. Μια νεαρή ζωγράφο. Άλλη μια ιστορία μπροστά μου.
· Το Σάββατο φύγαμε μέσα στο γκρίζο μεσημέρι και πήγαμε σε ένα ξεχασμένο μοτέλ, το «Μοτέλ Γαλήνη». Εγώ το φανταζόμουν σαν μικρό, παρακμιακό Ξενία ξεχασμένο μεταξύ Πόρτο Χέλι και ταινίας από τα ‘70ς. Σαν έργο σε θέατρο της Ιπποκράτους. Τελικά ήταν στο Project Space του 6 D.o.g.s, ένα φωτογραφημένο ταξίδι από την παλιά μας φίλη, την Δήμητρα Ιωάννου, καρέ ενός σφιχτού δράματος «δρόμου», με ήσυχες εικόνες και ηρωίδα αυτήν που υποδύεται η φωτογράφος. Ελαφρώς θρίλερ, αρκετά Μπέργκμαν, στις γωνίες του Μοτέλ νόμιζα ότι έβλεπα την Έλεν Μπέρστιν με ζακέτα. Κάπως τσαλακωμένα λευκά τραπεζομάντηλα με βαρειά ροζ τριαντάφυλλα επάνω τους, απογευματινός χειμωνιάτικος ήλιος επάνω σε ταπετσαρίες, παρκέ μωσαϊκά, breakfast room, κίτρινες φλοκάτες, ξαναδιαβασμένα βιβλία αφημένα στο ράφι της τραπεζαρίας. Επάνω στους κατάλευκους τοίχους αντηχούσαν οι σιγανές φωνές μας σαν σάουντρακ και οι φωτογραφίες άνοιγαν τρύπες στο ύψος των ματιών μας – όπως έλεγε ο Ζαχαριουδάκης ότι πρέπει να κρεμάμε τα έργα.
· «Αν σταθώ εδώ, δίπλα στα τριαντάφυλλα και κάνω τον σταυρό μου, θα είναι σαν βρίσκομαι σε νεκροταφείο.» Είχαμε σταθεί περισσότερα από 12 δευτερόλεπτα. Είχαμε υποστεί την επίδραση.
· Τις Κυριακές, η Γεωργία Π. στη Θεσσαλονίκη, φτιάχνει σάλτσες. Με ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα της κουζίνας, να μπαίνει το ασταμάτητα καλοκαιρινό φως και το αεράκι με την αδιόρατα σιχαμένη allure του Θερμαϊκού. Στα τραπέζια της, τα τελευταία καλοκαιρινά λαχανικά, πομοντόρι και τουρσάκια, κάπαρη, βερίκοκα ξερά, σουλτανίνες, κρεμμυδάκια, τσοπ-τσοπ-τσοπ ψιλοκομμένα όλα, σαν λεπτομέρειες που πρέπει οπωσδήποτε να θιχτούν μέσα σε αυτόν τον άφθονο, υπέροχο χρόνο του Κυριακάτικου πρωινού.
· Για κάποιο λόγο, τα πρωινά της Κυριακής φαίνονται αιώνια και ακίνητα. Είναι η υπόσχεση της παντοτινής ζωής, έστω κι αν πιάσεις ροκφόρ από την ακινησία. Είναι ο όρκος του θρυλικού τετράωρου καφέ στις πλατείες. Το βάρος των κυριακάτικων εφημερίδων. Το πλεκτόν εγκώμιον της ζωής που, στα γυρίσματα και στις ανάποδες βελονιές της, κρύβει μυστικά και ελαφρότατα κουτσομπολιά.
· Η Γεωργία Π. σιγοβράζει μυρωδιές και χρώματα. Ακούει τις μουσικές της, ρίχνει ένα σκουίρτ ξύδι ακόμα. Ακούει μιάν άγνωστη φωνή στα ακουστικά της, τα podcasts του πανικοβάλ, και αφαιρείται επάνω από τη μαρμίτα της. Στο μυαλό της σκιαγραφεί αυτές τις λεπτομέρειες που πρέπει οπωσδήποτε να θιχτούν και πάντα η φαντασία αφήνει ασύδοτες, αυθαίρετες στα ραδιοκύματα, φτιάχνοντας το πρόσωπο της φωνής, όπως εσύ γουστάρεις – με όποια υλικά, όποια σάλτσα σου αρέσει. Μία παχουλή, χλωμή φρατζόλα να της προσθέτεις πικάντικο τσάτνι, μία κοντή, λιανή, ξεροψημένη πατατίτσα να τη βουτάς σε πλούσια, ζουμερή, μαρμελαδένια, γλυκόξινη σως.
· Μετά από μερικές Κυριακές, η Γεωργία Π. έστειλε ένα mail στο Πανικοβάλ. Μέσα είχε, σαν σε στιλπνό, αποστειρωμένο, γυάλινο βαζάκι, 19 τραγούδια σε mp3 και μερικά σχόλια για το καθένα, ταχτοποιημένα και σαφή, εύγεστα και συναισθηματικά. «Οι Κυριακές έχουν ένα μούδιασμα» έγραφε, «κι εγώ βρίσκω τον εαυτό μου να έχει μία τρελή διάθεση με αυτά που ακούω. Κάπως έτσι είπα να μοιραστώ κι εγώ μαζί σου τα τελευταία μου ακούσματα.»
· Από τότε που ο Θεός της Μαγνητοταινίας εφηύρε την κασέτα και το μολύβι για να γυρίζεις τα δοντάκια της, η διαδικασία του «Σου γράφω μία κασέτα» ήταν σημαντική όσο και τα υλικά και οι χρόνοι μίας συνταγής για αγαπημένο τραπέζι. Τα τραγούδια είχαν λεπτομέρειες που μπορούσαν να φτιάξουν μία σχέση ή να τινάξουν στον αέρα μια ολόκληρη κατσαρόλα. Η σειρά των τραγουδιών είχε τόση σημασία, όση και το αν έπρεπε να πάρεις τηλέφωνο μετά το πρώτο ή το δεύτερο ραντεβού, στην πρώτη ή στη δεύτερη βράση. Οι τίτλοι; Χα! Ένας λάθος τίτλος σε λάθος σημείο ήταν σαν γκαζάκι που έσκαγε μέσα στην κουζίνα και κατέστρεφε το Κυριακάτικο γεύμα. Τα συναισθήματα έπρεπε να είναι τόσο-όσο. Τα αλατοπίπερα ένα τσικ παραπάνω από μία συλλογή-compilation του εμπορίου. Οι διακυμάνσεις της διάθεσης να είναι παχύρρευστες σαν σιροπάκι. Δεν έπρεπε να περνάς αμέσως από τον βαρύ έρωτα στην τρελή χαρά της disco, ούτε να έχεις γαβγίσματα και κοινωνική οργή με μήνυμα μετά από μία ηλιόλουστη φολκ τριπλέτα με ρομαντικούς shoegazers.
· Τίποτα δεν άλλαξε. Μία άγνωστη Σαλονικιά φίλη, ένα ήρεμο πρωινό, ένοιωσε αγάπες και νοστιμιές εκεί, μέσα στη θαλπωρή της κουζίνας της, τις έκανε πακετάκι και τις έστειλε στο Πανικοβάλ podcast που ανεβαίνει κάθε Παρασκευή πρωί στο athensvoice.gr. Μέσα στο καλοκαίρι, αλατισμένη και ξεροψημένη, έστειλε την κασέτα της και η Νεφέλη (Walking Undercover) και μοσχοβόλησε η ιστοσελίδα ρίγανες, θυμάρια και μεσημεριάτικα καρπούζια στην αυλή. Μερικές εβδομάδες αργότερα, τις μέρες της βροχής, έστειλε την κασέτα του και ο DJ Quentin, γυαλιστερή και γκλαμαρισμένη σαν περιχυμένο γλάσο σε παχουλά, διαγαλαξιακά ντόνατς.
· Φρεσκοψημένη έφτασε προχτές - Κυριακή, που βρήκε το χρόνο του κι αυτός, και μία κασέτα από τον PanPan. Θα περίμενα τα γαλάζια του ευάερα καρέ, εικόνες από μεγάλες παραλίες και αεροφλότ ταράτσες της Αθήνας, τυλιγμένες με τα ηλεκτρικά του μουσικά περιβάλλοντα, αλλά ήταν ένα ορίτζιναλ ραδιοφωνικό, πειρατικό πρόγραμμα, «σας μιλάει ο PanPan από τα Άνω Πετράλωνα» και όλα αυτά. Με αγαπημένα του κομμάτια χτισμένα ένα – ένα σαν όροφοι πίτας με γεύσεις και υφές που ανατρέπουν η μία την άλλη. Μυρωδάτα, τραγανιστά Cypress Hill με λείες, απαλές, Χατζηδακικές μελωδίες, γενναίες χορταστικές στρώσεις από Pulp και Kid Loco, μικρές υπέργλυκες λεπτομέρειες γαλλικής patisserie (έβαλε το «Goodbye je reviendrai» του Christophe, από τα ‘70ς ο θεός, ο αρχιμάγιστρος!) Κι ακόμα διακριτικές σταγόνες bitter σοκολάτας, την κλασική «Κάβλα» των Spy F & the Zakulas, λίγο δηλητήριο (The Boy) ένα σφηνάκι κουαντρώ (Κορε.Ύδρο).
· Θα ανέβει κι αυτή η κασέτα στη σελίδα με τα podcasts του Πανικοβάλ. Μαζί, βλέπω και ακούω την αγάπη και την κινητικότητα με τα τραγούδια που στέλνουν και συναρμολογούν concept συλλογές οι φίλοι στα podcasts του Γιώργου Δημητρακόπουλου και των άλλων αγαπημένων παλιόσκυλων της αγέλης μας, εδώ. Άρχισε ξαφνικά να διαλλάσσεται η Αγάπη της Κασέτας. Ανοίξαμε την κάμαρα και τους καναπέδες Κυριακάτικα, ήρθαν φίλοι, σάλτσες και ντιπ, αφήσαμε τις μουσικές να ξεχειλίζουν από τα ταψιά, γείραμε στο τέλος λίγο από την ντάγκλα και τις ρακές.
· Οι Κυριακές είναι η μαρινάδα της ζωής μας. Ακίνητες στα ξύλινα ραφάκια και γεμάτες σοφία, διαποτίζουν με ήλιο και γεύση τους φόβους και τις ιδέες μας.
· Προχτές, κι ενώ μαινόταν ο πόλεμος της πρωθυπουργίας, το παζάρεμα, ανοιχτοί λογαριασμοί απ’ όπου ξεχύνονταν ξεθυμασμένες μυρωδιές από τα χρόνια του ’70, τηλεοπτικοί κόρακες και κότες, γουρούνια και μαργαριτάρια, εφιάλτες και ουρλιαχτά, η κουρελαρία της Ψωροκώσταινας – μιάς δουλάρας, ξιπασμένης γριάς όπως τη ζωγράφιζε ο Μποστ, ένα προαναγγελθέν τέλος που πλησιάζει έρποντας…
· …προχτές την Κυριακή έσκαγε από πάνω μας ένας λαμπερός, εξαναγκαστικός ήλιος. Χαίρονταν οι χλωροφύλλες πίνοντας το φως με καλαμάκι όπως τους φραπέδες στις πλατείες οι αρκουδοέλληνες , οι πονεμένοι Αθηναίοι, οι δύστυχοι, αγαπημένοι, αμήχανοι, ανάδελφοι, τεμπελχανεία, σαν μωρά στον ήλιο, άνθρωποι αυτής της πόλης.
Δέκα τετράγωνα πιο κάτω συνέβαινε το τέλος της Ελλάδας όπως την ξέραμε, κι εμένα στο μπαλκόνι μου στεκόταν ακίνητη, να πάρει το χρόνο της, να ακούσει την ησυχία και να λιαστεί, η ζωή.

● ● ● Έχω πολλά νεύρα τελευταία, θα είναι η εθνική μας κατάθλιψη αλλά και, ξέρεις κάτι; Βαριέμαι να τα ζω όλα σε εθνικό λέβελ, άσε μας κουκλίτσα μου, η κατάθλιψή μου δεν έχει καμία σχέση με τη δική σου. Το trash can μου είναι μεγαλύτερο και πολύ πιο φορτωμένο από το πιο ονειρεμένο, ταχτοποιημένο σου κωλο-inbox. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις (όχι).
● ● ● Η οργή μου στριφογυρίζει σαν φτηνό βαρελότο και φτύνει παντού νεύρα. Ένα περίεργο πράγμα. Θέλω, ας πούμε, να χαστουκίσω τον Κύριο Καμίνη, ενώ δεν μου έκανε τίποτα ο άνθρωπος. Και το εννοώ: α-πο-λύ-τως τίποτα. Μόνο που πήγε και ξεκόλλησε τις μπιγκ-μπάμπολ από τα πεζοδρόμια στο Σύνταγμα, αλλά κι εκεί τι να το κάνεις; Πετάς μια μολότοφ και ξεκολλάνε όχι μόνο οι τσίχλες, αλλά και οι μαρμαροταφόπλακες ολόκληρες. Τζάμπα κόπος.
● ● ● Έτσι μου ’ρχεται να ουρλιάξω και να γκρεμιστεί όλος ο Αμπελόκηπος, δεν με πειράζει, ας είναι και άλλη περιοχή. Όποια να ’ναι. Όλες τις περιοχές της πόλης ευχαρίστως θα τις γκρέμιζα, να μη μείνει ρουθούνι, να έρθει μία υπεργαλαξιακή Χούβερ να τα ρουφήξει όλα και να μείνει μετά Μία-Αθήνα-Φτου-Κι-Απ’-Την-Αρχή. Νέο ξεκίνημα: Εδώ θα βάλουμε ένα Τεράστιο Ολόφυτο Πάρκο. Εδώ θα βάλουμε την Αγάπη. Εδώ θα βάλουμε ένα Γυάλινο Αμφιθέατρο της Δημοκρατίας να φαίνεται απ’ όλους, να είναι όλα διάφανα και στιλπνά. Εδώ Καταρράκτες να τρέχουν από τον Λυκαβηττό, όλο το Κολωνάκι θα γίνει ποτάμια και δάση. Εδώ θα βάλουμε Μαρμάρινες Βεσπασιανές και διακριτικό φωτισμό. Εδώ θα τρέχουνε σκυλιά και σκέιτερς. Και πλατείες, πολλές πλατείες. Και εκατό εκατομμύρια μπίρες, κυρ-Στέφανε. Ναι. Θα το κάψουμε απόψε, κυρ-Στέφανε.
● ● ● «Μαλακίες λες» μου λένε στο σπίτι. «Η οργή σου στρέφεται ολόκληρη προς την πόλη, ενώ πρέπει να γίνουμε έξαλλοι και με άλλα». Ευχαρίστως να γίνουμε, λέω με λύσσα και συνείδηση. Καθόμαστε και κάνουμε hate list. Συμφωνούμε να μη βάλουμε πρόσωπα μέσα και γίνει εμπαθές το αίσθημα, αλλά να βάλουμε όλα τα γαμίδια της ελληνικής ζωής. Να βάλουμε τα πάρτι και τους προμόουτερς; Ευχαρίστως να βάλουμε, λέω. Άι στο γεροδιάολο με τα πάρτι, λοιπόν. Δεν με νοιάζει το event σας και η μουγκαμάρα σας, γελοίες. Να πετάξουμε και τις τηλεοράσεις από τα παράθυρα; Ευχαρίστως να πετάξουμε, λέω. (Όχι)
● ● ● Αν δεν σπάσουν τηλεοράσεις όμως, επανάσταση δεν γίνεται, αγαπούλες.
● ● ● Τη μέρα που λιντσάρανε τον Καντάφι και κλώτσαγα το σκατόκουτο να το κλείσουμε μη δει στις ειδήσεις η μικρή Μελίνα το βίντεο με το κεφάλι-ντοματοσαλάτα (κυρία Ε-Σου-Ρου μου), ανοίγει η πόρτα και μπαίνει αυτό το παλιόσκυλο, ο Νικήτας Κλιντ. Hey, dog. Ωραίες μέρες, ε; Έρχεται και αφήνει μπροστά μου χωρίς πολλά λόγια ένα cd χωρίς καθόλου λόγια. Ούτε ετικέτα, ούτε τρακλίστ, ούτε κόκκο αφορμής προμόσιον, και χάνεται, έτσι κάνει πάντα, γι’ αυτό γουστάρω, δεν μιλάει, ρε παιδί μου, δεν κάνει πάρτι. «Έχει κι ένα βιβλίο» λέει φεύγοντας.
● ● ● Έτσι θέλω, έτσι θα ’ναι πια, θα καταλαβαινόμαστε και θα μυρίζουμε τις λέξεις μας έξω εκεί, θα ξέρουμε εχθρούς και φίλους από την αλήθεια ή τη σιωπή τους, μια κουβέντα ή ένα γύρισμα της πλάτης τους. Τον Νικήτα τον φοβούνται πολλοί, δεν ξέρουν τι να κάνουνε μπροστά του, «δεν μιλάει», «δεν ξέρω», «συνέχεια βρίζει».
● ● ● Δεν βρίζει, κορίτσια, ο Κλιντ, κάνει το καλύτερο ελληνικό χιπ-χοπ, γελοίες μπουζουκόβιες, τσόκαρα της πίστας. Πατάς το play και δεν σε νοιάζουν οι τίτλοι, ξεχύνεται σαν βαρελότο προς όλες τις κατευθύνσεις το βαριά ελληνικό ragamuffin του, ένα μανιφέστο ακαριαία επίκαιρο, σαν να ηχογραφήθηκε στο Σύνταγμα και στο Μοσχάτο τη μέρα που κάνανε την πόλη σαν τα μούτρα του Καντάφι. Ο ρυθμός του είναι αλάθητος, η Babylon στις φλόγες: one step forward, 2 steps backwards. Ο Κλιντ ακούγεται σαν να χαμουρευόταν με τη Μ.Ι.Α. όλη τη νύχτα. Είναι ηλεκτρονικός σαν να βγήκε από μισοκαμένο εκουαλάιζερ, ακούγεται σαν ηχείο τρύπιο από κλωτσιά. Οι λούπες του είναι σαν τριμμένες με γυαλόχαρτο, τα σάμπλα του είναι θρύψαλα γδαρμένα από το αυθεντικό τους, μοιάζουν σκονισμένα, αρπαγμένα, γεμάτα αίμα σαν ημιτελείς πληγές.
● ● ● Πέφτουν απανωτά τα κομμάτια και έρχονται την πιο κατάλληλη στιγμή, σ’ αυτές τις σκυλίσιες μέρες, με θολωμένα μάτια από δάκρυα λύσσας, να βλέπω τούβλο-τούβλο να σπάει η χώρα μου και να διαλύεται. Έτσι. Αναρωτιόμουν τι σκατά πανικοβάλ να βάλω, και ήρθε ο Κλιντ, ένας φίλος που δεν τον βλέπω ποτέ των ποτών, και με ένα μικρό ήχο απασφάλισης χειροβομβίδας –κλιντ!– μου έδωσε τον ήχο της οργής μου: Το «Athens Zoo - Moriginal Champ System» – μαζί του κι άλλη μια Ρόδα από τα παλιά, ο Χρήστος Τσαμπουράς. Μάτωσαν τ’ αυτιά μου, ρε ντογκ.
● ● ● Το βράδυ δεν ήθελα να χαστουκίσω κανέναν. Ζωγραφίζαμε με τις μικρές, μετά φυτέψαμε σποράκια μαϊντανού. Τους είπα «αν δεν φυτρώσουν, θα είναι που θα έχει καεί το σύμπαν» και γελούσαν, τα βλαμένα.
o Βλέπω την επανάσταση να ανεμίζει στα μαλλιά σας, σαν ανεμιστήρας που άνοιξε ξαφνικά ακριβώς την ώρα που ήσασταν έτοιμοι να λιποθυμήσετε από την τσιγαρίλα και την ασφυξία. Συγκινημένοι βγήκατε όπως – όπως στις πλατείες, ούτε ένα τζελ, ούτε μία τσαλακωμένη έντεχνα τούφα «μόλις ξύπνησα» δεν σας χάλασε τη χαρά της συγκέντρωσης.
o Ο αέρας της αθωότητας φύσηξε στα μέτωπα που είχαν ακινητοποιηθεί σε μία συνοφρυωμένη αδράνεια.
o Μερικά μωρά καθισμένα στους ώμους των μπαμπάδων, τους τραβούσαν το τσουλούφι για να συγκρατηθούν, κοιτάζοντας απορημένα αυτή την τρισδιάστατη πλημμύρα γύρω τους – «μπαμπά, τι είναι κόζμος;». Τα κοκοράκια, οι ψευτο-μοϊκάνες, τα στριφογυριστά Τεν-Τεν, τα άτσαλα μαλλιά των ελλήνων μπαμπάδων που μοιάζει σαν ποτέ να μη μπορούσαν να ταχτοποιηθούν στα κεφάλια, πάντα κάτι στράβωνε, έγιναν τα γκέμια της ποπ-λάικ επανάστασης στο κέντρο της πόλης.
o Στην τηλεόραση, οι κοκαλωμένες κουπ έστρεφαν αργά, μονοκόμματες προς το μόνιτορ – «ας δούμε πλάνα από την πλατεία». Οι κάμερες από ψηλά, κατέγραφαν χιλιάδες κεφάλια, μικρές σκουρόχρωμές κουκίδες, ούτε ένα ξανθό δεν φαινόταν – πάντα το πλήθος από μακριά δείχνει να έχει μεσογειακά χρώματα, μαύρα μαλλιά, μαλλιά κοράκου χρώμα.
o Την ίδια μέρα, άρχιζε ο πονοκέφαλος. Βαθύς, αυχενικός σαν κότινος. Ανέβαινε προς τους κροτάφους, τους φόρτωνε ένταση και επαναληπτικό σφυροκόπημα, επικέντρωνε στα μάτια κάνοντας λίμπα τον αστιγματισμό τους και απελευθερωνόταν, ειρωνικός, στην κορυφή του κρανίου σαν γλόμπος μίας ιδέας που ποτέ δεν άναψε.
o Το μαλλί-πονοκέφαλος είναι πιεσμένο στη μία πλευρά, σαν να τ’ανέμιζε ο αγέρας στα ζερβά. Δείχνει τον πόνο και την ένταση μονόπαντα, πλαναρισμένη αεροτομή. Είναι σαν να σου λέει «Δεν σκέφτομαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Πονάω.»
o «Μάτι είναι» μου λέγανε. «Μα τι μάτι;» – έλεγα κι έκλεινα τα μάτια αναζητώντας λίγο σιωπηλό σκοτάδι. «Δεν με έχει δει ούτε φωτοκύτταρο, μέρες τώρα.» Γιατί, τέτοιος είμαι. Στις μεγάλες γιορτές, με περιλούζει πονοκέφαλος και κλείνομαι στον Πύργο των Ντεπόν.
o Την επόμενη μέρα, έφτασε από το Λονδίνο το βιβλίο με τα σχέδια της Χριστίνας Χριστοφόρου. «Α, κοίτα, τα μαλλιά του Andy Warhol» είπε ο Β μόλις είδε το φλασάτο πορτοκαλί εξώφυλλο με τον γνωστό, λευκό θύσανο και τον τίτλο «Τίνος είναι αυτά τα μαλλιά;». «Whose Hair?». Μπορείς να τα ξεχωρίσεις; Διακόσια κεφάλια χωρίς πρόσωπο, φανερώνουν την ταυτότητά τους μόνο μέσα από το εικονογραφημένο τους μαλλί. Κεφάλια πλούσιων και διάσημων που έχουν πασχίσει πολύ μέχρι να αποτυπώσουν το λογότυπό τους επάνω σε μερικές χιλιάδες ντηζαϊνάτες τρίχες. Δυστυχώς μπόρεσα να τους ανακαλύψω σχεδόν όλους. Να ο Έλβις, να ο Γκαλιάνο, να η Νταϊάνα, να ο Κόνερι. «Παθέτικ», είπε ο Β και γέλασε. «Let your hair down.»
o Η Χριστίνα Χριστοφόρου είναι illustrator με μία σκοτεινή, κομψή ιδέα χιούμορ στα έργα της. Ζει στο Λονδίνο και ζωγραφίζει ζώα, διαστημόπλοια, τέρατα και ανθρώπους. Πριν δύο-τρία χρόνια της ζήτησαν από τους New York Times να σχεδιάσει «τα χτενίσματα των Πρώτων Κυριών», των συζύγων μεγάλων ηγετών του κόσμου. Γυναίκες που τις έχεις στο μυαλό σου σαν καούκες, σαν χτενίσματα με τίτλο. Έμοιαζε κάπως με το εξώφυλλο του Some Girls αλλά από την ανάποδη, σαν κατάλογος κομμωτηρίου του 2055.
o Μετά από αυτό, η Χριστίνα έφτιαξε την (γνωστή) αφίσα με τα διάσημα κεφάλια από το
πάνθεον των ηρώων της ροκ. Καθόλου ανέμελα κεφάλια βέβαια. Σε αυτό το Κομμωτήριο καμία τρίχα δεν πετάει χωρίς λόγο πετάγματος. Επιμελώς εγκλωβισμένα στην λακ της εικόνας τους, δίνουν το στίγμα τους πριν καν προλάβει να κατέβει το πενάκι προς τη γραμμή του προφίλ. Η Χριστίνα λέει ότι, η δήλωση που κάνει ο καθένας φαίνεται στα μαλλιά του. Όταν σχεδίαζε τον Hendrix, το μαλλί του τής φώναζε «Freedom». Το μαλλί της Anna Wintour γαυγίζει «Πειθαρχία». Το σιντριβάνι από ράστα του Jean-Michel Basquiat δηλώνει «Φαντασία». Ο κότσος με την μία-γλυψιά ανταύγεια της Audrey Hepburn ψιθυρίζει «Elegance» ενώ ο κότσος-φωλιά καταιγίδων της Amy Winehouse φωνάζει «Drama».
o Δράμα, όντως. Με φοβισμένη αμηχανία βλέπουμε τους κορακί πολιτικούς με τα κορακί βαμμένα μαλλιά να υποδύονται σφρίγος ενώ κόμποι ιδρώτα σταλάζουν ξεβάφοντας την καραμπογιά στα κολάρα τους.
o Οι εγκληματίες κουρείς τους περνάνε πλακάτα ντουκοχρώμ, το χρώμα της καρυδιάς, ή έναν τόνο πιο μαύρο. Ίσως θα θέλατε και μία λευκή τούφα εδώ, πάνω από το δόξα πατρί; Γράφει στο γυαλί, Δευτέρα βράδυ. Δίνει κύρος, κύριε.
o Στα δημοσιο-υπαλληλικά κουρεία, τους «μπαμπάδες του έθνους» τους φουλάρουν τις τρίχες αψιδωτά προς τα πίσω, αφήνουν τον καρίτζαφλο έκθετο σε κάθε πεντακοσάρικο να κολλάει εύκολα – φτου και πάρ’το. Τους φυσάνε με το πιστολάκι προς τα πίσω, ένα κορδωμένο τίποτα, δίνουν όγκο και από κάτω το κενό.
o Από την άλλη, οι image makers της ελεύθερης αγοράς περνάνε σε πιο solid προτάσεις. Πιστεύουν στη δήλωση-γροθιά.
o Κούρεψαν τον Καραμανλή.
o Κάθε εκπρόσωπο τύπου, πριν τον ρίξουν στις κάμερες, τον περνάνε από την ψιλή.
o Η Μακρυπούλια έχει καθιερώσει το κεφάλι-άλιεν με μαλλί που κινείται με delay, ένα beat πιο αργό από το υπόλοιπο πρόσωπο. Όσο αέρας κι αν φυσάει στις πλατείες, η ίδια πάντα ελληνική κουπ της ξανθιάς λέαινας με τη λεοπάρδαλη και τον παπαγάλο φαίνεται να εμφανίζεται μπροστά μας, big fat greek wedding, θείες και κουμπάρες και παλιές συμμαθήτριες σε φωτογραφίες – όλες ίδιες την ώρα που, τελικά, έρχονται να σου ευχηθούν «Ζήτω η ελευθερία».
o Κόκαλο.
o Η Μ. κούρεψε τα μαλλιά της δύο πόντους και πήγε να ζήσει σε μία φάρμα στη Μακεδονία με την κόρη της και τον άντρα της. Καλλιεργεί βιολογικά προϊόντα και φτιάχνει γλυκίσματα-γλυπτά σαν τετραόροφες Ντίσνεϊλαντ από ροζ κρέμες. Την ξέρω από έξη χρονών και είναι η ηρωίδα μου.
o Ο πονοκέφαλος συνεχίζεται για πέμπτη μέρα. Απλώνεται σαν κοζμοπλημμύρα στους ασημένιους μου κροτάφους και μου παραλύει το θεληματικό πηγούνι. Πονάνε ακόμα και τα μαλλιά μου, νοιώθω σαν να έχω ένα μωρό επάνω στο κεφάλι μου που μου τραβάει το τσουλούφι.
o Παίρνω την κουρευτική μηχανή, την ρυθμίζω στο 0.1 κι αρχίζω να τα παίρνω.
------------------------------------------
Info: To βιβλίο «Whose Hair?» της Χριστίνας Χριστοφόρου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Laurence King και υπάρχει στα μεγάλα ελληνικά βιβλοπωλεία. (www.laurenceking.com/product/Whose+Hair?.htm)