Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκουτερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκουτερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Νοε 2011

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ

· Ένα βράδυ με κρύο κατεβήκαμε όπως παλιά – αγέρωχα, επειδή ήταν άδεια – την Ιπποκράτους. Α, κοίτα, άνοιξε κλαμπ δίπλα στο Πασόκ, είπα. Δεν είναι κλαμπ, είναι ο Νάκας, με διορθώσανε. Μα, τόσα κόκκινα φώτα και μαρκίζες; Δεν το είχα προσέξει, γουάου, μπράβο. Γυαλίζει σαν φρεσκολουσμένο Studio 54. Αμέσως μετά συναντήσαμε τον σιωπηλό, σοφό Πύρινο Κόσμο με τη βιτρίνα γεμάτη ζεν και νιρβάνα και προσγειωθήκαμε. Είπαμε, τι είναι η ζωή; Όλα αυτά μια μέρα θα είναι θάλασσα.

· Μέχρι να σκεφτούμε την Ιπποκράτους θάλασσα, γωνία με Ακαδημίας είδαμε πολλές ηλικιωμένες κυρίες με φουσκωτά μαλλιά μαζεμένες γύρω από μία δυνατή κίτρινη λάμπα. Πάνω από τα κεφάλια τους, το πόστερ του Βασίλη Τσιβιλίκα, σαν όραμα, έλεγε «Η ζωή είναι ποδήλατο. Θέατρο Ακάδημος». Όσο υπάρχουν τα απογεύματα της Παρασκευής, τα θέατρα θα γεμίζουν από τις θείες μας, είπαμε. Είναι το δίκαιο του ηθοποιού. Είναι το prime time του αθηναϊκού κέντρου που επιμένει να πιστεύει στο φως της μαρκίζας, έστω και σ’ αυτόν τον έναν κιτρινισμένο προβολέα, σαν φάρο μέσα στο σκοτάδι της θάλασσας.

· Μετά διασχίσαμε το πορτοκαλί ποτάμι της Ακαδημίας ενώ ένας ποδηλάτης με ισοθερμικό κολάν περνούσε με κόκκινο (οκ, βαθύ πορτοκαλί), γυαλίζοντας ολόκληρος από τα φώτα και τα φανάρια πάνω του, ρόδες, σέλα, μπρος, πίσω, τιμόνια, χερούλια, πετάλια, ντισκοτέκ. Το είπε ο Τσιβιλίκας, σκέφτηκα από μέσα μου.

· Κάθε βόλτα στην Αθήνα γεμίζει το κεφάλι μου εικόνες ενός σεναρίου, πολλών σεναρίων, σαν να ανοίγω ένα κουτί με ιστορίες. Όποτε κατεβαίνω π.χ. την Ιπποκράτους, στην είσοδο της στοάς του Ακροπόλ νομίζω ότι θα δω τη Ρένα Ντορ να βγαίνει κουκουλωμένη το μαντό της μετά από παράσταση, και στο Διάνα απ’ έξω, ότι θα δω τη Ράντου να περιμένει στη στάση το εικοσιπέντε, για Προφήτη Δανιήλ.

· Χωθήκαμε απέναντι, στη Στοά Πεσμαζόγλου για να πάρουμε θαλπωρή από τα βιβλιοπωλεία και τα μαγαζιά με τις βαλίτσες. Δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να σταματάς σε μία βιτρίνα με σακ βουαγιάζ και πορτοφόλια, αλλά κάθε φορά σταματάμε και λέμε «Πάμε Μπράιτον» ας πούμε, «τον άλλο μήνα;» κοιτάζοντας την κλειδαριά καμιάς σαμσονάιτ. «Πάμε», είπαμε και τώρα και στρίψαμε σηκώνοντας τον γιακά.

· Τρέξαμε να μπούμε στα βιβλιοπωλεία της Στοάς. Αμέσως η ζέστη μάς γλύκανε τον σβέρκο. Υπήρχε μία υπόκωφη αγάπη σαν να κόχλαζαν από κάτω μας καζάνια, το θέατρο στα έγκατα, οι αρχαίες μηχανές του Κουν. Συγκινητικές, μικρόσωμες θείες ήταν βυθισμένες στους καναπέδες και διάβαζαν. Η ηρεμία στάλαζε ευγενικά από τα φώτα στις προθήκες, επάνω στα βιβλία. Τα θέλαμε όλα. Τα προσπερνούσαμε αργά, χαϊδεύοντας απλώς τα εξώφυλλά τους, ψηλαφούσαμε να βρούμε το χαρτί που θα μας συγκινούσε ακαριαία. Όταν βγήκαμε, κρατούσα το καινούργιο βιβλίο του φίλου μας, του Μανώλη Ζαχαριουδάκη, που έβγαλε στο Μεταίχμιο: «Ζωγραφική, Οδηγίες Χρήσεως ή Συμβουλές για τη διαδρομή του εικαστικού έργου από το εργαστήριο στον κόσμο».

· «Καφέ, τ.ώ.ρ.α.» είπαμε.

· «Η τέχνη είναι σαν δηλητήριο, όπως το οξυγόνο: αν έχεις λίγο πεθαίνεις, αν έχεις πολύ καίγεσαι ˙ πρέπει να βρίσκεται στη σωστή αναλογία με το άζωτο. Ακολούθως, η τέχνη πρέπει να βρίσκεται σε ισορροπία με το χρήμα: με τα πολλά λεφτά γίνεται ηλίθια και βαρετή, με τα λίγα λεφτά είναι γελοία, φτηνή, ανάξια. Αυτό ισχύει και όταν βλέπεις και όταν έχεις το έργο. Γι’ αυτό μην παίζεις με την τιμή του έργου σου. Ασφαλής διάρκεια ενατένισης ενός έργου άλλου καλλιτέχνη είναι τα 8-9 δευτερόλεπτα (αν είναι video πλησιάζει τα 20 δευτερόλεπτα). Μετά τα 12 δευτερόλεπτα έχεις υποστεί την επίδραση

· Ο Μανώλης έχει πιάσει από το χέρι και καθοδηγεί βήμα-βήμα τους νέους καλλιτέχνες που θέλουν να παρουσιάσουν το έργο τους και να ζήσουν από την τέχνη τους. Τους οργανώνει – από το βαλιτσάκι με τα σύνεργα άμεσης ανάγκης, μέχρι το πορτφόλιο και το εργαστήριό τους. Τους λέει να το έχουν ακατάστατο, σαν την ψυχή του καλλιτέχνη, αλλά ο επισκέπτης πρέπει να μπορεί να περπατήσει με ασφάλεια, χωρίς να λερωθεί, να μπορεί να δει τα έργα από τη σωστή απόσταση και με σωστό φωτισμό. Το δικό του, λέει, είναι απίστευτα βρόμικο και ακατάστατο, και αυτό δεν αντανακλά την ψυχή του, μάλλον προτιμά να μην τον επισκέπτεται κανείς. Έτσι˙ με νηφάλιο ύφος και ελαφρύ μειδίαμα δίνει στους μικρούς «το μικρό μαύρο βιβλιαράκι με τις οδηγίες» σαν κουτί γεμάτο με προσωπικές ιδιαιτερότητες και curiosities που το κάνουν μοναδικό: σχεδίασε τη δική του, χειρόγραφη γραμματοσειρά, παίζει με τα διάστιχα και τις κολώνες του κειμένου, βγαίνει από τα περιθώρια, ρίχνει απρόοπτα μικρά σκιτσάκια στις γωνίες και απολαυστικές, σημαδιακές χρονολογίες του παγκόσμιου χάρτη. «1882: Ηλεκτρικός ανεμιστήρας. 1916: Ο Monet συνεχίζει να ζωγραφίζει λουλούδια στο νερό. 1966: Ξεκινάει το Star Trek στην τηλεόραση

· Και όλο αυτό το εγχειρίδιο, το απογειώνει με μία μικρή, μικρότατη, τέλεια λεπτομέρεια: το γράφει σε δεύτερο ενικό πρόσωπο. Το απευθύνει σε γυναίκα. Μια νεαρή ζωγράφο. Άλλη μια ιστορία μπροστά μου.

· Το Σάββατο φύγαμε μέσα στο γκρίζο μεσημέρι και πήγαμε σε ένα ξεχασμένο μοτέλ, το «Μοτέλ Γαλήνη». Εγώ το φανταζόμουν σαν μικρό, παρακμιακό Ξενία ξεχασμένο μεταξύ Πόρτο Χέλι και ταινίας από τα ‘70ς. Σαν έργο σε θέατρο της Ιπποκράτους. Τελικά ήταν στο Project Space του 6 D.o.g.s, ένα φωτογραφημένο ταξίδι από την παλιά μας φίλη, την Δήμητρα Ιωάννου, καρέ ενός σφιχτού δράματος «δρόμου», με ήσυχες εικόνες και ηρωίδα αυτήν που υποδύεται η φωτογράφος. Ελαφρώς θρίλερ, αρκετά Μπέργκμαν, στις γωνίες του Μοτέλ νόμιζα ότι έβλεπα την Έλεν Μπέρστιν με ζακέτα. Κάπως τσαλακωμένα λευκά τραπεζομάντηλα με βαρειά ροζ τριαντάφυλλα επάνω τους, απογευματινός χειμωνιάτικος ήλιος επάνω σε ταπετσαρίες, παρκέ μωσαϊκά, breakfast room, κίτρινες φλοκάτες, ξαναδιαβασμένα βιβλία αφημένα στο ράφι της τραπεζαρίας. Επάνω στους κατάλευκους τοίχους αντηχούσαν οι σιγανές φωνές μας σαν σάουντρακ και οι φωτογραφίες άνοιγαν τρύπες στο ύψος των ματιών μας – όπως έλεγε ο Ζαχαριουδάκης ότι πρέπει να κρεμάμε τα έργα.

· «Αν σταθώ εδώ, δίπλα στα τριαντάφυλλα και κάνω τον σταυρό μου, θα είναι σαν βρίσκομαι σε νεκροταφείο.» Είχαμε σταθεί περισσότερα από 12 δευτερόλεπτα. Είχαμε υποστεί την επίδραση.

Έξω από το Μοτέλ Γαλήνη, στην Αθηνάς, σκοτάδια. Ουρές τα άδεια ταξί περίμεναν πελάτη, μία κίτρινη, σκοτεινή θάλασσα.

27 Απρ 2011

Bad romance στην Αθήνα


Εντάξει. Μερικές φορές γινόμαστε γραφικοί να ψάχνουμε τον ρομαντισμό στις λεπτομέρειες της ζωής όπως θα την θέλαμε, την ώρα που γύρω μας καταρρέει το σύμπαν, τα εντιτόριαλ βρυχώνται και οι σειρήνες ουρλιάζουν. Όμως ζούμε σε μία πόλη που στέγασε με τέτοια αγάπη τις θυελλώδεις αγάπες της, τις τύπωσε τόσο στοργικά σε βυνίλια, χαρτί κιτρινισμένο πια με κόκκο ράστερ, halftone μπουκωμένο στην τριχρωμία, τις άφησε σαν δακτυλικό αποτύπωμα και μυρωδιά «Κολγκέητ με γκαρντόλ» σε τηλέφωνα με το καντράν, βακελίτες, παν-βαριά, μαύρα που, κάποτε, αναγκαστικά τις συναντάμε στο δρόμο μας. Υπάρχουν, είναι κρυμμένες σε καταφύγια και συμβαίνουν εκεί με μία τελετουργική διαδικασία, τις περιφρουρούν σέχτες ραγισμένων καρδιών.


Είναι κάτι μικρά μέρη σαν καμπαρέ, μουσικές σκηνές τα λένε μερικοί, σαν μαύροι θάλαμοι φωτογράφου, βιομηχανικοί μονομπλόκ ναΐσκοι όπου παλαιοί ερωτιδείς και νέοι ερωτευμένοι συντηρούν με τα σωληνάκια, με βάλσαμο, μύρο και αλόη, με τσιγάρα και γουίσκια τα παλιά τραγούδια αγάπης αυτής της πόλης. Το αστικό τραγούδι του μεσοπολέμου, μιλούσε για τον πρώτο άνεμο απελευθέρωσης του έρωτα που φυσούσε σε φρεσκοξυρισμένα μάγουλα και στήθη που λίγο τα είχε χαλαρώσει η ελαστικότητα της κόπιτσας του λαστέξ. Το όνειρο ήταν στεγασμένο σε διαμερίσματα γεμάτα πολυέστερ και σαλονάτα έπιπλα τικ. Οι «μπεκιάρηδες» και οι «μαιτρέσσες» ήταν ήρωες φωτορομάντσων, κορίτσια που τα συντηρούσαν πλούσιοι δοσίλογοι ή γκόμενοι με φαλτσέτα και κασκορσέ μέσα από το λινό. Μεγαλοκυρίες σούρνονταν Πατριάρχου Ιωακείμ – Φωκίωνος Νέγρη με βερμούτ και μεγάλα μπιζού στα χέρια τους. Τα μοιραία χαστούκια ήταν οι σκηνές που αποτύπωναν με το πενάκι τους οι εικονογράφοι της αισθηματικής νουβέλας, όλα και όλοι με μία αμερικαίν αισθητική, λες και όλο το Μπέβερλι Χιλς είχε μετακομίσει στο Παγκράτι. Τα περιοδικά καλλιεργούσαν τον μύθο της αγάπης στις μεγάλες πόλεις, όπου το κυριότερο σενάριο – η Προδοσία – συνέβαινε μέσα σε ολάνθιστα τραγούδια γεμάτα δυστυχία, πόνο και ακριβή εσάνς.


Η Αθήνα του ’50 λάτρευε αυτό το μελόδραμα, λες και την καταξίωνε στην παγκόσμια ευαισθησία. Οι νεόπλουτοι δεν είχαν εμφανισθεί ακόμα. Τα μπουζούκια ήταν οικογενειακά αναψυκτήρια όπου παιζόταν ένα αξιοπρεπές ινδομπαρόκ. Και στα κοσμικά ζαχαροπλαστεία της Πανεπιστημίου, στα μικρά καφέ της Δεξαμενής και της Νεάπολης, ακούγονταν ραδιοφωνικές μουσικές που τις υπέγραφαν μετανάστες τρίτης γενιάς αρκετοί, ελληνοποιημένοι πια, δανδήδες μουσικοί συνθέτες - Ρώσοι, Ρουμάνοι, Πολωνοί, άνθρωποι που έφεραν την αόριστη κλασσική μουσική τους παιδεία και το τσιγγάνικο βιολί στην αδρή, στεγνή ερωτική έκφραση του Έλληνα. (Λίγο) Παρίσι, (λίγο) Βουδαπέστη και (λίγο) Βιέννη, μπροστά στην Αθήνα καμιά μα καμιά σας δεν βγαίνει.


Σήμερα, αυτό που λέμε νοσταλγία, όταν περνάει από την κιμαδομηχανή του digital αποκτάει μία παγωμένη κούλνες, γίνεται τόσο κομψό και «κοσμηματοποιείται» τόσο, που είναι ωραίο ακόμα και να το έχεις επάνω στο σεκρετέρ σαν μισοσπασμένο κρυστάλλινο μελανοδοχείο του παππού σου. Σ’ εμάς τους ραδιοφωνατζήδες μας αρέσει να χτυπάμε μικρές ενέσεις παρελθόντος μέσα στις λίστες των τραγουδιών μας, κυρίως γιατί είναι τραγούδια που έρχονται από μία εποχή που λάτρευε το ραδιόφωνο.


Αυτό λοιπόν: Ραδιόφωνο και περιοδικά. Τραγούδια και αισθηματικά διηγήματα. Μπολερό και νουβέλες. Το «Μπουκέτο», ο «Ζέφυρος». Πόθοι, Tokalon και σατέν ζυπ-κυλότ. Ζιπαρισμένα και σταλμένα με mail στο 2011.


Αυτό ακριβώς συνδυάζει και το project Retropolis που διοργανώνουν οι «Μητροπολιτικές Ιστορίες» και το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης – και θα παρουσιαστεί την επόμενη Τρίτη στο θέατρο του Ιδρύματος: νέες εκδοχές γνωστών τραγουδιών της εποχής του Μεσοπολέμου, διασκευασμένων από ένα φρέσκο star parade ελλήνων μουσικών και με τη συνοδεία διηγημάτων νέων ελλήνων συγγραφέων που εμπνέονται από τις διασκευές των τραγουδιών και θα υπάρχουν σε έντυπη έκδοση, μαζί με το cd. (Οι μουσικοί: Κώστας Δαλακούρας, Θανάσης, Αλευράς, Γιώργης Χριστοδούλου, Στάθης Δρογώσης, Χάρης Αττώνης, Belleville, Cyanna, Δάρνακες, Empty Frame, Full Tattoo, Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης / Μαρία Παπαγεωργίου, Ελεάννα Ζεγκίνογλου, Σόφη Κωνσταντινίδου, Matisse με την Αγγελική Ζήκα, Τία Μενούτη, Προκόπης Πολίτης/Βαγγέλης Ασημάκης, Χρήστος Μουστάκας / Δίδυμο, Μαριέττα Φαφούτη, Ηρώ Σάϊα & Tareq. Και οι συγγραφείς: Δημήτρης Σωτάκης, Βάσια Τζανακάρη, Γεράσιμος Ευαγγελάτος, Ηλίας Κολοκούρης, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Χρύσα Μπαχά, Γιάννης Πλιώτας, Στέργια Κάββαλου, Ειρήνη Μαργαρίτη, Κωνσταντίνα Τασσοπούλου, Γιώργος Ρομπόλας & Αθως Δημουλάς.)


Τα τραγούδια ακούγονται και διαβάζονται με δροσερή τεντούρα σε μικρό ποτήρι, σε πολυθρόνα, κάτω από το αμπαζούρ το θαλασσί. Στο «Σαν όνειρο μαγευτικό» ο Tareq δίνει μία βυζαντινή αντήχηση που το κάνει σίγουρο χιτ στα μελωδικά ελληνόφωνα ράδια. Οι Δάρνακες για τη διασκευή του «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει» του Σουγιούλ ακολουθούν την ελαφριά ειρωνεία της σχολής Palast Orchester αλλά με ευγένεια, σέβας, και διάθεση μπαντίνας. Το αντίστοιχο διήγημα του Γιώργου Ρόμπολα μιλάει για έναν γκουρμέ που κρύβει ένα σκοτεινό μυστικό. Το διήγημα της Στέργιας Κάβαλλου είναι μία σκληρή, σαδομαζοφετιχιστική ροζ ιστορία αγάπης που αντισταθμίζει την μάλλον συντηρητική διασκευή του Νεοκλή Νεοφυτίδη και της Ηρούς Σάια στο «Πρωί με ξυπνάς με φιλιά». Η εξαιρετική Ελεάννα Ζεγκίνογλου δίνει έναν ιστορικά τέλειο λυγμό a la vaudeville στο «Δεν σου πάει το πάχος Δημητράκη» του Αττίκ, με την συνοδεία ενός απολαυστικού διηγήματος της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου γύρω από το φαΐ, την ζωή, τον θάνατο και την ταφή σαν υπερθέαμα. Ελαφριά, κρατημένη ρούμπα το «Σε λυπάμαι» της Σοφίας Κωνσταντινίδου με το διήγημα – επιστολή του Δημήτρη Σωτάκη να ξεκινάει με ένα τέλειο μελόδραμα: «Αγαπημένη μου, αυτή τη στιγμή που σου γράφω, κάθομαι εδώ, στο ωραίο μπαλκόνι του ξενοδοχείου και αναλογίζομαι το θάνατό σου.» Οι Cyanna σχεδόν ευτυχισμένοι που τους έτυχε αυτό, βυθίζονται στον ζόφο του «Διαβάτη της ζωής» του Αττίκ, με ύφος Nick Cave, κάπως Doors και θεατράλε ύφος, όπως και οι Jam Difusion που μετατρέπουν το «Τι μάτια» σε ένα ενδιαφέρον, αλήτικο μπλουζ με αγγλικούς στίχους. Το «Κάτι με τραβάει κοντά σου» της Βέμπο είναι νομίζεις εικονογραφημένο βήμα-βήμα από τους Belleville με χιούμορ και γνώση, όχι όμως με ανατροπή. Το αντίστοιχο διήγημα του Άθω Δημουλά είναι μία ιστορία βαρύτητας, στο ύψος του 16ου ορόφου. Και ο Στάθης Δρογώσης, σε εντελώς δικό του κλίμα, παίζει πανέμορφα στο πιάνο του το «Από μέσα πεθαμένος» του Αττίκ, απόλυτα πιστός στο Καρυωτακικό σύμπαν. Οι Empty Frame παίζουν το «Πόσο λυπάμαι» σαν να είναι στα παπούτσια των New York Rockn Roll Ensemble το 1970, στο έλεος του δέους «Χατζηδάκις». Έτσι ρέει το Retropolis, με τα ίδια τα παλιά εκείνα κομμάτια να ξεπερνούν τους ερμηνευτές, και τα διηγήματα κάπως ερήμην του παρελθόντος της Αθήνας, και των drama kings & queens που φιλοξένησε στα νεόδμητα διαμερίσματά της.


Info: RΕTROPOLIS - Τρίτη 3 Μαΐου 2011 – Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης, Παρουσίαση: Δημήτρης Πασσάς - Θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, Ταύρος - Τηλ.: 210-3418550 - Ώρα έναρξης: 9 μ.μ.- Είσοδος: 15 €, μειωμένο εισιτήριο 10 €

AthensVoice, τ.344, 28.04.11

27 Ιαν 2011

Athens - Déjà vu 2011 (Μερικά πράγματα θα είναι για πάντα εκεί)


· Ραντεβού στα μάρμαρα του Αθήναιον, απογευματινή προβολή, Πέμπτη.

· Ένα κορίτσι με όμορφο προφίλ προσπαθεί να παρκάρει ένα Σμαρτ, στην Υμηττού. Αχ. Γαμώτο. Σόρι.

· Εσύ πάντα θα το λες Μπραζίλιαν.

· Ο Ζαν-Πιέρ και ο Αλέκος, σε τραπεζάκι, στο Μαγκαζέ.

· Χριστουγεννιάτικα ledάκια όλο το χρόνο, μόλις έχεις βγει από τα Notos Galleries.

· Το παλιό σπίτι της Μελίνας στην Αθηναίων Εφήβων.

· Η μυρωδιά του χαρτιού μόλις περνάς το κατώφλι στον Διονυσόπουλο της Πραξιτέλους.

· Τα τσιμέντα στο Γκάζι φαίνονται ροζ, βρώμικο.

· Ο Κανέλλος ή το παιδί του, να τρέχει ανάμεσα στους αναποδογυρισμένους κάδους της Ρήγα Φεραίου, στα Προπύλαια.

· Μελαγχολικοί οδηγοί. Το φλας του μπροστινού, τους φωτίζει ρυθμικά το πρόσωπο. Πορτοκαλί – σβήνει – πορτοκαλί – σβήνει – πορτοκαλί - σβήνει.

· Ο Σταμάτης Φασουλής τυλιγμένος το κασκόλ του, να βγαίνει από το θέατρο Χορν, μιάμιση τη νύχτα. Προχωράει αργά προς Βαλαωρίτου.

· Οι μάγειροι της Μεγάλης Βρετανίας κάνουν πεντάλεπτο τσιγάρο, όλοι με λευκές ποδιές, στα πεζούλια της Βουκουρεστίου, αργά το μεσημέρι.

· Το Φιξ. Στοιχειωμένο σαν κατσαρίδα σε γραφείο σε σελίδες του Κάφκα.

· Οι Pink Floyd σε όλες τις πιθανές στάσεις.

· Η ταμπέλα νέον του θεάτρου Αλίκη.

· Ο Βασανίζομαι. Όλοι έχουν βγάλει μία φωτογραφία δίπλα του, πια.

· Ένα κορίτσι ξαπλωμένο σε πεζούλι στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου κοιτάζει τον ουρανό. Δεν μπορείς να δεις τα μάτια της, πίσω από τα μαύρα της γυαλιά.

· Νύχτα Παρασκευής, μποτιλιάρισμα στα Σίδερα Χαλανδρίου. Από τα διπλανά παράθυρα ξεχύνονται αρώματα από μοντέρνες κολόνιες και ντουμάνια τσιγάρων.

· Μποτιλιάρισμα 4, χαράματα, στην Ιερά Οδό. Βγαίνοντας απ’ τις παρόδους, ψάχνεις στις μεθυσμένες φάτσες για παλιούς γνωστούς.

· Πούλμαν με Κύπριους, σαββατοκύριακο στην Αθήνα, ΓκόλντενΧόλ, Βίσση.

· Παιδάκια μασκέ στο Ζάππειο. Ό,τι και να τα έχουνε ντύσει, από πάνω θα φοράνε ένα ροζ πουπουλένιο μπουφάν. Για τα επόμενα διακόσιες χιλιάδες χρόνια.

· Πάντως τα γυφτάκια με τα λουλούδια είναι πια μελαγχολικά. Παλιά γελούσαν.

· Η Καριοφυλιά Καραμπέτη να κατεβαίνει προσεκτικά, σχεδόν γλιστρώντας, τη Δημοκρίτου.

· Όταν είσαι στην Κηφισίας, πάντα νομίζεις ότι στο τέρμα της θα έχει θάλασσα.

· Σκληρά ποτά σε τυχαία καφετέρια. Ό,τι να’ναι.

· Το μικρό σκουριασμένο πορτέλο κάτω από τους Άγιους Ισίδωρους που οδηγεί στη Μεσαία Γη; ή στο Τατόι; Ποτέ δεν έμαθες.

· Στανταράκι. Στη γωνία Σκουφά με Ομήρου, συναντάς κάποιον ηθοποιό από την φράξια Παπακαλιάτη.

· Περνώντας από την Αμερικής, στην είσοδο της Τράπεζας Πειραιώς, πάντα, ασυναίσθητα, ρίχνεις ένα βλέμμα πίσω από την τζαμαρία στο γλυπτό του Μποτέρο.

· Και πάντα τα καταθλιπτικά κτίρια της Αθήνας θα τα αποκαλείς «επιρροών Μπάουχάους», ελπίζοντας να ανακαλύψεις την industrial ψυχή σου σε αυτά.

· Η μηχανή του Άλκη έξω από το Κάππα.

· Οι γραβάτες του Παγώνη.

· Τα τρυπημένα με μικρούς χρυσούς κρίκους αυτιά στις κοντοκουρεμένες Βουλγάρες κυρίες, μέσα στα λεωφορεία.

· Μία στυλίστρια, πάντα θα περπατάει βιαστική στο Κολωνάκι, φορτωμένη σακούλες. Θα δουλεύει σε πρωινάδικο και θα δίνει επί πληρωμή κουτσομπολιά στις κίτρινες φυλλάδες. Στο Ντα Κάπο θα συναντάει τουλάχιστον δυόμιση γνωστούς ανά σακούλα.

· Η ατέλειωτα χεσμένη πλατεία Κοτζιά.

· Τα στένσιλ της Madonna. Ρυάκια μπογιάς κυλούν σαν ιδρώτας και αίμα πάνω στα μαρμαρένια μούτρα της.

· Οι Ισπανοί γκραφιτάδες στο Αμαξοστάσιο του Κεραμικού και στον σταθμό της Λιοσίων. Έγχρωμα splash, αραβουργήματα στο γκρίζο. Οι Έλληνες ζωγραφίζουν μόνο την υπογραφή τους.

· Η Σοφοκλέους, όταν μυρίζει τυρόπιτες.

· Γυναικοπαρέες έξω από το Λαμπέτη, Τετάρτη απόγευμα, σεμνές.

· Ο Θανάσης Μήνας, Σάββατο πρωί, στο Κόκκοι της Ασκληπιού. Καπνίζοντας σελίδες του βιβλίου της Patti Smith.

· Η καβάτζα-κάτω, πίσω από τις πεζούλες στους Αγίους Θεοδώρους.

· Πουτανάκια με piercing στη γλώσσα, s/m γκοθάκια, Μοναστηράκι, στα στενά.

· Ο Στέλιος Παρλιάρος στον Βερόπουλο της Σούτσου, Σάββατο απόγευμα, βιαστικός.

· Η Μανίνα Ζουμπουλάκη έξω από το MG μ’ ένα ποτό στο χέρι, Σάββατο μεσάνυχτα, ψύχραιμη.

· Το γκουπ. Σκάνε με πάταγο και βογκητό τα δέματα με τις δεμένες κυριακάτικες στα καρώ πλακάκια, χρώμα σάπιο μήλο, Σάββατο 9 το βράδυ, ώρα να γυρίσεις σπίτι λοιπόν.

· Η κυρία Λουκά, bag lady πιά. Φωνάζει μόνη της στα απέναντι πεζοδρόμια της Σταδίου.

· Πάντα σκέφτεσαι ότι χρειάζεσαι καινούργια βαλίτσα, διασχίζοντας την Στοά Πεσματζόγλου. Ή, τέλος πάντων, επειγόντως ταξίδι.

· Ο μουσάτος με τη γραβάτα στο γκισέ της Εθνικής. Αν βγάλει τη γραβάτα ίσως να θυμηθείς από πού άραγε τον θυμάσαι.

· Το κατσαρολάδικο της Ευριπίδου. Ακόμα πιστεύεις ότι κάποτε θα χρειαστεί να μαγειρέψεις σε μαρμίτα, για το μεγαλύτερο πάρτι της ζωής σου.

· Δέκα το πρωί, προφυλαγμένος από όλο τον πλανήτη πίσω από τους μουσαμάδες της Λυκόβρυσης, διαβάζεις τα προχτεσινά μεθυσμένα SMS που έστειλες σε όλο τον πλανήτη. Παραγγέλνεις και δεύτερο espresso dopio.

· Οι καρέκλες στο καφενείο του Εθνικού Κήπου. Νομίζεις ότι είναι οι ίδιες, διαλεγμένες μία μία από την Αμαλία του Όθωνος, οι ορίτζιναλ.

· Βράδια στο Half Note ακούγοντας τα blues. Σκέφτεσαι το Πρώτο Νεκροταφείο, απέναντι. Κάνεις νοερά βόλτες στις αλέες του.

· Το Cine Τιτάνια είναι το πιο παράνομο ραντεβού της Αθήνας.

· Στο Ταχυδρομείο στα Χαυτεία πάντα έχεις την αίσθηση ότι τελειώνεις γρήγορα.

· Στα Ταχυδρομείο στη Σόλωνος πάντα έχεις την αίσθηση ότι δεν είναι Ταχυδρομείο. Ότι είναι εκεί προσωρινά και σε λίγο θα μπει μέσα η Γιώτα η Powder και θα μας διώξει όλους.

· Στην διασταύρωση Ακαδημίας και Σίνα, πάντα νομίζεις ότι βλέπεις τον Μπάμπη του Jazz-Rock με τις κιτρινόμαυρες σακούλες –και λίγο κόκκινο- στα χέρια.

· Η Ρίκα Διαλυνά στη Βαλαωρίτου.

· Ice cream soda στο Λυχνάρι, στον Πύργο Αθηνών. Καφέ τραπεζομάντηλα.

· Πάντα θα περνάς από τη Διδότου και θα ρίχνεις μία απογοητευμένη ματιά στην προτομή της Λαμπέτη.

· Πάντα θα ξεπροβάλλει μπροστά σου, σε παλιά βιβλιοπωλεία, κάποιο παλιό τεύχος της Βαβέλ.

· Η μπάντα των Ινδιάνων στην πλατεία, στο Μοναστηράκι. Αθήνα – Άνδεις σε πέντε λεπτά, εδώ και είκοσι χρόνια.

· Ελαφρύ μπραζίλιαν hideway στον Κίτρινο Σκίουρο, στις παρυφές των Ιλισσίων, γειτονιά του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου και των αποθηκευμένων αναμνήσεων ‘80ς.

· Οι μπάτσοι έξω από τον Νάκα, Μαυρομιχάλη και Ναυαρίνου. Ο παππούς με τα φρούτα δεν παρκάρει πια εκεί.

· Γρανίτα στο ξύλινο μπαρ του θεάτρου Ολύμπια, Τετάρτη απόγευμα, λίγο πριν αρχίσει η Τραβιάτα. Το παλτό διπλωμένο, στον αγκώνα σου. Αρώματα πούδρας Tokalon.

· Το αγχωτικό πεζοδρόμιο στο κατώφλι του Gagarin.

· Η ροζ βέσπα στη βιτρίνα της Piaggio στην Πειραιώς. Είναι πάντα εκεί, και από πάνω της βλέπεις μία ταμπέλα νέον να αναβοσβήνει: Bugiardo. Bugiardo. Bugiardo.

· Θέλεις να σπάσεις, να βρίσεις, να καταπιείς χαλίκια, γαμιέται ο Δίας από τα νεύρα σου, κάνεις τυφλό, δολοφονικό ζάπινγκ. Πέφτεις στο “Κωνσταντίνου και Ελένης”, στον Αντένα. Κλαις με λυγμούς.

· Γάμος στη Σκουφά, στον Άη Διονύση, Σάββατο απόγευμα, σαν να μην υπάρχει αύριο. Κάν’τε πιο ‘κει μαντάμ, σόρι.

· Ατενίζοντας τις σκαλωσιές στη Μητρόπολη Αθηνών. Προσπαθώντας να βρεις την κρυμμένη γοητεία της λινάτσας που αργοσαλεύει, στο μόνιμο ανοιξιάτικο breeze της πλατείας, αναδεικνύοντας την διακριτική πορφύρα των ριντώ της εισόδου. Δεν την βρίσκεις παρόλ’ αυτά.

· Ταξιτζής κατουράει, πλάτη, τον βράχο στην αρχή του δρόμου που ανεβάζει επάνω, στο θέατρο Λυκαβηττού.

· Ο Κωνσταντίνος Βήτα στο ίδιο πλάνο με την προτομή της Μελίνας, Αμαλίας, κίτρινα φύλλα στο πεζοδρόμιο.

· Συγγρού. Είτε ντίσκο, είτε στριπτιτζάδικο, θα είναι πάντα η Μπαρμπαρέλα.

· Νύχτα, καθημερινή, Galaxy Hilton. Συγγνώμη, αν δεν σας πειράζει θα βγω για λίγο έξω. Τραβάς για το τέρμα της ταράτσας, πλώρη, κόκπιτ, σημείο φυγής, εδώ φυσάει λίγο, είναι ωραία.

· Τα κάστανα στις γωνίες. Έστω κι αν δεν θα χειμωνιάσει ποτέ ξανά.

· Παρέες από μεγαλομπεμπέκες Πάτυ που περνάνε γκρουπαριστές, ουρλιάζοντας, λάμψεις από σιδεράκια και φούξια κινητά, αφήνουν πίσω τους ένα κουρνιαχτό από μυρωδιά παλιάς Κλεραζίλ, της μπεζ που ξεραινόταν.

· Είδα τον Βέγγο με ποδιά και έναν δίσκο καφενείου να τρέχει στην Κάνιγγος. Μπήκε στο Μέγαρον Έβδομης Τέχνης. Τον ακολούθησα. Στο ασανσέρ είδα τον Γεώργα. Μου χάρισε μία αφίσα με λεσβίες βρυκόλακες με διάφανα νυχτικά.

· 7 το πρωί, έξω από το Τέσσερα, ο Τάκης – πάντα με μακρύ, γκρίζο μαλλί. Έχω χάσει 3 ζευγάρια μαύρα γυαλιά εκεί μέσα, και αρκετούς φίλους, φίλε.

· Ακόμα καπνίζουν χασίσι στις συναυλίες, ρε συ.

· Ξεχασμένες ταινίες σε προβολές για 9 άτομα στην Ανδόρα, στον Ερυθρό.

· Τελευταία σου ευκαιρία να το προλάβεις: Ααβόρα.

· Πάντα χάνεσαι στις αδιέξοδες αυλές και τις καβατζωτές εσοχές, νύχτα στα Αναφιώτικα. Θα είναι το ωραιότερο νησί της Αθήνας, για πάντα.

· Μαρκίζες σε σκυλάδικα από κόντρα-πλακέ στον Κορυδαλλό. Ονόματα από παλιά ΜπιγκΜπράδερ εξαργυρώνουν το αμάρτημα της μητρός τους σε πριβέ καμαρίνια.

· Η Μυρτώ στου Μαζωνάκη, να μιλάει στο κινητό της.

· Έξω από το Μέγαρο, βγαίνοντας ο κόσμος, νομίζεις ότι είδες τη μάνα σου, μέσα από το ταξί.

· Τα βουλκανιζατέρ της Μιχαλακοπούλου, τέρμα, forever εκεί.

· Ντάνκιν Ντόνατς στη Γλυφάδα. Κουτί 16άρι για το σπίτι. Πασαλείφτηκες, μαλάκα.

· Στις εννιά το βράδυ, στα παρτέρια του Ευαγγελισμού. Νεαροί με πουλόβερ στους ώμους, βγάζουν βόλτα για τσίσα τον σκύλο τους που, συνήθως, του έχουν δώσει όνομα από το επίσημο χριστιανικό εορτολόγιο.

· Κυριακή μεσημέρι, Τερκενλής Χαλανδρίου. Μπαμπάδες με φόρμες και τα αλάρμ αναμμένα.

· Οι κατατονικές μου φίλες σε καναπέδες, σε ταράτσες.

· Ζαλισμένος υπέροχα, 6 το απόγευμα Σαββάτου, βγαίνεις από το Rock & Roll και ρολάρεις την Λουκιανού μέχρι να σε βγάλει στο ποτάμι της Ρηγίλλης. Στο Ζάππειο θυμάσαι ότι έχεις παρκάρει στην Πατριάρχου Ιωακείμ.

· Η είσοδος του εστιατορίου Ιντεάλ.

· Παντοτινό freeze frame. Τα σκαλιά στο τέρμα της Φωκυλίδου. Μικρά σιωπηλά πεζούλια στρωμένα κοφτές ανάσες, κάτω από ακούρευτες φυλλωσιές.

· Τέρμα Σίνα, γυναίκες a la Brigitte Fontaine, σύριζα στους τοίχους του Ινστιτούτου.

· Ο Πανούτσος κατεβαίνει από τη μηχανή, Μαβίλη, μέσα στο χαμό.

· Το Σεσουάρ για Δολοφόνους.

· Τα Ιπτάμενα Σουτιέν στις βιτρίνες της Αιόλου.

· Τα γυμναστήρια των Αμπελοκήπων, Σάββατο απόγευμα, τζούντο στη Σεβαστουπόλεως.

· Η Αθήνα με παντοτινό φόντο τον θλιβερό, ξεκοιλιασμένο, απότιστο Υμηττό.

· Νέο τεύχος. Τετάρτη βράδυ. Το κόκκινο φορτηγάκι της Athens Voice ξεφορτώνει τις ντάνες.

(AthensVoice, τ.331, 27.01.11)
Κατέβασε τις μουσικές του Panikoval500 --> εδώ

17 Δεκ 2009

Λαϊκή απογευματινή

Νίνα, Εκάβη και στο βάθος η Αθήνα του Ρεξ.

● ● ● Τετάρτη, κάπως σαν κρύο, λαϊκή απογευματινή στο θέατρο. Εγώ και δέκα χιλιάδες θείες μου. Με πασμίνες, σε τετράδες – προφανώς τα καρέ της μπιρίμπας της Πέμπτης.


● ● ● Στον πλανήτη Ρετιρέ η μπιρίμπα πέφτει πάντα Πέμπτη, είναι ζουρ φιξ. Καθότι Παρασκευές μπορεί να γίνει καμιά κοντινή εκδρομή, στης κυρίας στρατηγού στο Πόρτο Χέλι. Παρασκευή στης στρατηγού, Πέμπτη στης Λελέ, Τετάρτη θέατρο.


● ● ● Το θέατρο Ρεξ της Πανεπιστημίου κουβαλάει μια μισοπεθαμένη καφέ μαρμαρίλα σαν να έχει αρπάξει βρόμα από την Ομόνοια, δίπλα. Η είσοδος του πιο 30s αμερικάνικου θεατρικού μεγάρου στο κέντρο της Αθήνας είναι ξεπλυμένη σε φως φθορισμού, ασπριδερό κιτρινόλ, σαν κατοχικό κινίνο. (Ορίστε, μιλάω σαν τις θείες μου). Δεν έχει μαρκίζες, δεν έχει νέον, δεν έχει θέατρο. Έχει απομεινάρια μπουζουκίλας αν και, ανεβαίνοντας σιγά σιγά τις σκάλες, μπορεί να σε παρασύρει το λαμπρό του παρελθόν στη σκόνη του χρόνου. Στα χρόνια του Σικιαρίδειου Μεγάρου. 1937.


● ● ● Στο Κοτοπούλη/Ρεξ δεν μ’ αρέσει να παίρνω το ασανσέρ. Είναι αμήχανο, δεν ξέρω πού να κοιτάξω – γύρω μου οχτώ λακαρισμένα κανελί κεφάλια θείες και μία ταξιθέτρια. Σκάλες, λοιπόν.


● ● ● Στην κορυφή της σκάλας, στη θέση της προτομής της «μεγάλης Μαρίκας», μία άγνωστη, μαρμάρινη, πάλλευκη drama queen (έργο δωρητή;), διακοσμημένη σε βοναπάρτειο θεατρικό ροκοκό, γύρω της μάσκες ηθοποιού, πέρλες, βροχή τριαντάφυλλα, τα φετίχ της σκηνής, τυλιγμένη ένα μετάξι, ένα στήθος έξω. Νομίζει ότι βρίσκεται στην Comédie-Française αλλά είναι απλώς το φουαγιέ του Κοτοπούλη .


● ● ● Μέσα, δέκα χιλιάδες θείες μου, οκτώ τύποι τύπου «παρακολουθώ όλες τις παραστάσεις της σεζόν» και ένας παπάς «με ευγενική φυσιογνωμία» (σε κάθε θέατρο, κάθε βράδυ, ό,τι και να συμβεί, θα υπάρχει πάντα ένας παπάς με ράσα και μειλίχιο χαμόγελο κρυμμένο μέσα στο μούσι του – και όχι δεν είναι ο γνωστός, σχεδόν αστικός θρύλος, «κοκκινοτρίχης» παπάς των αθηναϊκών θεάτρων. Είναι κι άλλος ένας που πάει παντού).


● ● ● Είμαι κι εγώ με το δικό μου καρέ, η Μ., ο Γ. και ο Χ., τέσσερις πλάκες «υγείας μπίτερ» και τέσσερα νερά, τέσσερις ώρες και είκοσι λεπτά το εργάκι. Με τον τρόπο του ο καθένας, οι φίλοι μου, είναι άνθρωποι του θεάτρου, γεμάτοι κι έτοιμοι για σημειώσεις και παρατηρήσεις. Ο Χ. είναι ένας από τους φίλους μου βροντόσαυρους. Κλέβαμε μαζί αφίσες και φωτογραφίες, από την εποχή που οι κινηματογράφοι και τα θέατρα είχαν μαγικές προσόψεις και εισόδους. Την ίδια εποχή που διάβασα το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, τις ίδιες μέρες που το άκουγα σκηνοθετημένο από τον Παυριανό στο Τρίτο, Εκάβη, Νίνα, Στεφανίδου, Βλαχοπούλου. Υπήρχε μία ηθική υποχρέωση στο παρελθόν μου, το «Τρίτο Στεφάνι» να το δω με τον Χ. κι έτσι τον παρέσυρα. Αλλιώς δεν θα τον ένοιαζε, μου λέει.


● ● ● Η αλήθεια είναι ότι ούτε κι εγώ θα ήθελα ποτέ στ’ αλήθεια «να το δω» αυτό το έργο. Από τότε που το γνώρισα, μ’ άρεσε να το ακούω, κι ακόμα καλύτερα να νομίζω ότι το κρυφακούω, σαν τις «Φωνές της Αθήνας» που λαθραία μαζεύω στους δρόμους, στα μπαλκόνια, στα καφενεία, στη δημόσια ζωή αυτής της πόλης και τις σημειώνω στο μπλοκάκι μου. Ο Ίψεν, διάβαζα, είχε πει ότι ένα σωστό θεατρικό έργο πρέπει να γράφεται για το ραδιόφωνο. Πρέπει να το ακούς.


● ● ● Ο φετινός συνδυασμός που συμβαίνει στην παράσταση του Εθνικού, όμως, είναι μία ιδανική χημεία: Φασουλής - Νιάρχος - Ταχτσής - στο Κοτοπούλη - με Μεντή - Κομνηνού. Διασκευαστές, ηθοποιοί, σκηνοθέτης, θέατρο, σε μία «εθνική» τοιχογραφία στο Εθνικό, σαν σέπια. Σε προκαλεί να την αφουγκραστείς. Εκπέμπει τη σημειολογία μίας καίριας εποχής – το μεταίχμιο ακριβώς της αλλαγής: το τέλος του «Τρίτου Στεφανιού», στα 60s, με την αρχή της επόμενης ελληνικής λαϊκής όπερας, της τηλεόρασης. Ακόμα και την εποχή που το «Τρίτο Στεφάνι», σαν βιβλίο, ήταν ένα λογοτεχνικό σκουπίδι για τους φιλολογικούς κύκλους των αθηναϊκών media, κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί τη μαγεία που εξασκούσε επάνω στους Έλληνες αυτό το παλιρροϊκό κύμα «κουτσομπολίστικου» μελοδράματος γειτονιάς. Ο χείμαρρος λέξεων σαν να ξεχύνεται από ένα φωταγωγό, σαν μια σαπουνένια μπουγάδα τής από-πάνω που πλημμύρισε νερά την αυλή τής από-κάτω.


● ● ● Υπάρχει μία μεγάλη λαϊκή Μάνα μέσα στο «Τρίτο Στεφάνι». Γυναίκα - Άντρας, κόρη, αδερφή, γιαγιά, γειτόνισσα, φιλενάδα, πεθερά και νύφη, γριά θεούσα και θεία, δέκα χιλιάδες-μία. Την ακούς συνέχεια να σου μιλάει γκίρι-γκίρι-γκίρι μέσα στ’ αυτί, ζει κι αυτή το δράμα της, συναξάρει την γκρίνια της, φουσκώνει, ξεφουσκώνει, γελάει, βάζει τα κλάματα, σωπαίνει κι αγριεύει. Είναι μια μάχη θηλυκών που εξουσιάζουν τους άντρες της ζωής τους, σαν να στηρίζεται επάνω τους όλη η διάσωση του έθνους. Τους αγαπούν, τους κυνηγούν, τους εκδικούνται, τους καταπίνουν από αγάπη. Τους ντύνουν με τα δικά τους ρούχα. Τους θέλουν δίπλα τους, να μιλάνε αυτές κι εκείνοι να ακούν, προσηλωμένοι. Όταν μιλάει το «Τρίτο Στεφάνι», σωπαίνεις κι ακούς, τεσσεράμισι ώρες ακίνητος. Υπάρχει μια γνώριμη φωνή εκεί μέσα, ένας τέλειος λαϊκός λόγος, η μικροαστική γλώσσα – ο ήχος που κάνει η ζωή καθώς περπατάει στο καθημερινό της σούρσιμο. Σαν παντόφλα.


● ● ● Στην πλατεία, οι θείες μου, μερικές δακρύζουν. Ένα θέατρο γεμάτο, στην καρδιά της Αθήνας, είναι τόσο συγκινητικό όσο και η ίδια η φωνή της Μαρίκας Κοτοπούλη όταν, σε μία σκηνή, ξεχύνεται στεντόρεια, ιερή αγριοφωνάρα από τα ηχεία να ερμηνεύει, εκεί μέσα στο ίδιο θέατρο, πριν ένα εκατομμύριο χρόνια.


● ● ● Δεν υπάρχει πιο αθηναϊκό έργο από το «Τρίτο Στεφάνι» αυτή τη στιγμή. Στις παρέες, φέτος, συζητιέται το καστ, είναι ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια των θεατρόφιλων να δοκιμάζουν διαφορετικές διανομές στα έργα, όπως γινόταν παλιά με τα «Κόκκινα Φανάρια» ή με τις «Οκτώ Γυναίκες» πριν τρία χρόνια. Ο Φασουλής είναι ο άνθρωπος που επηρεάζει τη χωροταξία του κέντρου και την κίνηση του πλήθους συγκεκριμένες μέρες (ας πούμε Σάββατο βράδυ, Τετάρτη λαϊκή απογευματινή κ.λπ.) πιο πολύ κι από το δακτύλιο. Στήνει τεράστιες, ιστορικές, πανοραμίκ τοιχογραφίες της ελληνικής ζωής με μία αγάπη τροχονόμου. Σαν να θέλει να βάλει σε τάξη αυτό το χάος της κυκλοφορίας στις ζωές μας, τα μπες-βγες από αγάπες, θανάτους, ήρωες και έρωτες.


● ● ● Το τέλος της παράστασης είναι ένα, αναγκαίο πιστεύω, σκαλοπάτι ανάμεσα στην Ελλάδα του «Στεφανιού» και στο ρόλο του συγγραφέα του. Μία εικονογραφημένη λεζάντα στο σκληρό μύθο ή την αιματοβαμμένη αλήθεια που συνοδεύει πια το έργο αυτό. Ο Φασουλής κάπως έπρεπε να «κάνει δικό του» αυτό το «Στεφάνι» και αυτό είναι ένας εξαιρετικός λόγος για να τσακωθείς με την παρέα σου, στα καφέ πεζοδρόμια της Πανεπιστημίου.


● ● ● Έτσι πρέπει πάντα να γίνεται μετά από το θέατρο. Καβγάς, διαφωνία, πατήματα ο ένας στα λόγια του άλλου, «προς τα πού πάμε τώρα», κυλάτε αργά προς τα Εξάρχεια, οι θείες έφυγαν με ταξί, ο παπάς χάθηκε στα σκοτάδια της Τετάρτης βαθιάς νυχτερινής.


12 Νοε 2009

ΒΡΟΧΟΠΟΙΟΣ (Vasilikos is singing in the rain)

Such a raining pleasure I would say

Πρέπει να είναι αυτή η εποχή του χρόνου πάλι. Μαζεύουμε πολεμοφόδια και στήνουμε ιστορίες, γωνιές και καβάτζες για long play νύχτες, χαιρόμαστε και μυρίζει καμένη ζάχαρη. Άλλοι το λένε προ-χριστούγεννα, χειμώνα, δεκεμβριανά, άγριες μέρες στην πόλη, ό,τι να’ναι.

Σήμερα θέλω να βρέξει εκατομμύρια βροχές, είναι σαν να θέλω να κάνω εκπομπή. Με τον παλιό τρόπο. Παίρνω τα cd, τα βυνίλια καλύτερα, τα αποδελτιώνω μέχρι τελευταίου κρυμμένου track. Τα αναποδογυρίζω, ερευνώ και το τελευταίο συνημμένο που έχουνε μέσα, στίχους, ευχαριστίες, κρυμμένους παραγωγούς, ίνφο, λεπτομέρειες μέχρι τελευταίο συνδετηράκι. Βάζω τα τραγούδια στη σειρά. Θα τα αφήσω να παίζουν κι ανάμεσά τους θα μιλάω – μικρά άχρηστα γλυκά τίποτα. Ιστορίες για παλιά τραγούδια, μια μέρα με βροχή.

Πρέπει να είναι αυτή η εποχή του χρόνου πάλι: τραγούδια με παρελθόν μαζεύονται σε συλλογές. Πακέτα. Ξαναφτιάχνονται με νέες ερμηνείες και, αν είμαστε τυχεροί, με μια νέα ιστορία μέσα στην ιστορία. Νέες δονήσεις, παλιά αρώματα, αναφορές σε ταινίες, πολαρόιντ, φεστιβάλ. Χειμώνας. Εποχή των remakes. Φωτάκια.

Ο Vasilikos θα βγάλει τον άλλο μήνα προσωπικό cd, το “Vintage”. Είναι γεμάτο ζεστά, χειμωνιάτικα, εμβληματικά torch songs. Κομμάτια ιστορικών συναισθημάτων, φορτισμένα με άπειρες προσωπικές αναφορές για τον καθένα - έρωτες, διακοπές, μεθύσια, ένα σκαμπίλι, μια ψυχεδελική εφηβική ανάμνηση, σεξ και όμορφα ρούχα. Ο Βασιλικός είναι οπωσδήποτε ο νέος εθνικός μας crooner. Κάτι σαν ο Δημήτρης-Χορν-Τραγουδώντας-Στη-Βροχή. Ακούω τα παλιά κομμάτια που διάλεξε να πει και νομίζω πως αρχίζει να βρέχει, such a raining pleasure I would say, σαμπάνιες και δάκρυα. Στο μεταξύ, η ορχήστρα αρχίζει απαλά, παίζοντας το intro…

«Across the universe», το ζαλισμένο mantra του Lennon (ήθελε να στείλει ένα θεϊκό ommm στο διάστημα). Ο Βασιλικός, με διάθεση Phil Spector, το κράτησε πιο τρυφερό και ασφαλές, το πάτησε στη Γη. Πάντως, από πέρσι τον Φεβρουάριο, η NASA εκπέμπει το τραγούδι των Beatles στο υπερπέραν, 431 εκατομμύρια έτη φωτός μακριά, στον αστερισμό Polaris. Jai guru deva om, μικρέ μου άλιεν.

«Dream a little dream of me». Σχεδόν παιδικό, ένα απαλό παμπάλαιο rag. Ο Β. του αφαίρεσε την jazz διάθεση, ανέβασε την «μπητλική» του πλευρά και το σενιάρισε με λίγο doo-woop. Η Sony πιστεύει ότι θυμίζει Michael Bublé κι έτσι όλοι είναι ευχαριστημένοι.

«Windmills of your mind». Ξέρω τουλάχιστον 3 ανθρώπους που, μόλις ακούσουν αυτό το κομμάτι, γυρίζουν το βλέμμα μελαγχολικά έξω από το παράθυρο και λένε πράγματα του τύπου «Λατρεύω την Tracy Thorn», ή «Πρέπει να ξαναδούμε το Thomas Crown Affair», ή «Θυμάμαι τον μαλάκα…». Οκ, όλοι κρύβουν έναν πόνο μέσα τους, αλλά αυτό είναι κλισέ. Ο Β. εδώ, αλλάζει το τραγούδι με όμορφους διαστημικούς λαβύρινθους αντήχησης και τονίζει την τέλεια λεπτομέρεια – τον μετρονόμο του, σαν ρολόι που μετράει ανάποδα κοσμικό χρόνο.

«Nature boy». Φορτισμένο, αλαφροΐσκιωτο κομμάτι, με τις μικρές νότες του πιάνου να στοιχειώνουν το μυαλό του «χαμένου, μαγεμένου αγοριού» (λένε ότι είναι δανεισμένες από Ντβόρζακ). Στο «Moulin Rouge», o Bowie και οι Massive Attack πίνουν την Πράσινη Νεράιδα. Ποιος είναι αυτός μαζί τους; Α, ο Βασιλικός!

«Famous blue raincoat». Μπλε αδιάβροχο Burberry’s αγορασμένο στο Λονδίνο, το 1959, από τον Leonard Cohen. Η γυναίκα του δεν τον άφηνε να το φοράει γιατί τον έκανε να μοιάζει με αράχνη. Τραγούδι βροχής και ερωτικού τριγώνου. ‘Η θα το πεις σαν τον Nick Cave, ή σαν τους Tiger Lillies ή σαν τον Leo Sayer στο «When I need you». Ο Β. διάλεξε την κουρτίνα 3 αλλά του έδωσε και λίγο γαλλικό άρωμα καφέ.

«All tomorrow's parties». Είναι ωραίο παιχνίδι να ακούς τη φωνή του Β. και, στο κεφάλι σου, να έχεις τον απόηχο του original, με τη φωνή της Nico. Λεπτομέρεια: βγάζουμε κάθε ίχνος Νέας Υόρκης / Velvet Underground και προσθέτουμε ντέφι, ψυχεδελικό echo και μία τζούρα Jefferson Airplane. Από τη μέση και μετά, απογειώνουμε με ηλεκτρικές κιθάρες και ρυθμικά παλαμάκια. Εξαιρετικό.

Είναι η ώρα των μεγάλων παθών. Απιστίες, δράμα, πατώματα: Πρώτα «You are my destiny». Τελεσίδικο κομμάτι, ανελέητο χιτ, πώς να το μεταχειριστείς; Ο Β. το γκαζώνει, βαράει το κεφάλι του στον τοίχο, θα το γουστάρουν οι Έλληνες αυτό ρε παιδί μου. Στο τέλος, νομίζω, δίνει μια και πηδάει και από τον γκρεμό. Μετά, «I (who have nothing)». Μυστικό: το κομμάτι είναι ιταλικό ("Uno dei tanti") του ’61. Μόνο οι Ιταλοί ξέρουν να κάνουν αυτή την παύση στη μέση του ρεφρέν, να κόβεται η αναπνοή, να ανεβάζουν και στο τέλος (ναι, ναι), να δίνουν μια και να πηδάνε από τον γκρεμό. Ή, μάλλον, να ρίχνουν εσένα και να τινάζουν τη σκονίτσα από το πέτο τους. Ο Β. το τραγουδάει με αθωότητα, πάει στη φωνή του – πονάει αλλά παραμένει κομψός. Όπως και στο εντελώς pop «The look of love» (κάπως έπρεπε να ηρεμήσουμε), πιάνο, ραδιοφωνικό ελαφρύ beat, τόσο Terry Hall, τόσο ΓκόλντενΧολ.

Το «The man I love» των αδερφών Gershwin, ένα ιδανικό torch song του 1927, είναι ο ρομαντισμός σε μία άγρια (και τότε) εποχή, με έναν ελαφρύ gay σουρεαλισμό. Η Kate Bush το είχε κάνει “space rock”, ο Β. κάνει το κάτι πιο έξυπνο: 10 CC. Είναι πανέμορφο.

«If you go away»: Ξαναγυρίζουμε στο σίγουρο, Jacques Brel και «νε με κίτε πα» που τραγουδούν της γης οι κολασμένοι, κορύφωση στο 2:27 με τη μικρή, οδυνηρή παύση «…Μπατ… Ιφ…Γιού…Στέη…» και γκολ. Ακολουθούν τα γνωστά, πατώματα, τηλέφωνα, φραγή εισερχομένων, τα πάντα. Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να είχε πει το «I put a spell on you» αλλά αντίθετα, ο Β. ανάβει με fade in τα φώτα, φέρνει ένα τελευταίο κοκτέηλ για το δρόμο, Μελαγχολία-Του-Σεπτέμβρη με ένα παγάκι: «Sealed with a kiss». Πολύ γλυκό για τα γούστα μου, αν και η εκδοχή του Β. ρίχνει λίγη ανάμνηση από Michel Legrand και το εξευρωπαϊζει κάπως.

Για την έξοδο «Moon river», ίσως κάπως βαρετό αν δεν είσαι η Holly Golightly στο «Breakfast at Tiffany’s», όμως ο Βασιλικός, με γαλαντομία δίνει ένα διασκεδαστικό, ανεπαίσθητο στροβίλισμα στο κομμάτι, χαβάγιες που χάνονται στο νυχτερινό ουρανό. Λίγο ψυχεδελικό βέβαια, αλλά κοίτα πώς πέρασε η ώρα – ο χειμώνας τελειώνει, η βροχή σταμάτησε, ίσως να έρχεται καλοκαίρι. Το ακούς;

Τέλος εκπομπής. Διαφημίσεις.


(Athens Voice, τ.279, 12.11.09)

29 Ιουλ 2009

Η κασέτα του καλοκαιριού


Η Πετρούλα στην παραλία (ή: Η Lorraine Bowen ακούει Montefiori Cocktail)

Los Straitjackets - Fortune Cookie: Κινηματογραφικό ξεκίνημα, πέφτουν οι τίτλοι. Κιθαριστικό surf rock παραλίας, εκεί που ο γοφός της Λάσκαρη circa ’64 ακουμπάει τον Tarantino κι ένας ranchero μεχικάνο φέρνει τις μπίρες, παγωμένες. Λεπτομέρεια: οι Straitjackets προτείνουν και κουκούλα-μάσκα balaclava από στολή παλαιστή του ’60. (Κατεβάζεις ελεύθερα στο http://bit.ly/YZmGD)


Montefiori Cocktail - Torno in Russia: Οι αδερφοί Kikko και Kekko σε μία ξεδιάντροπα fun διασκευή του γνωστού κομματιού των Beatles που κάνει τις ρόδες να γυρίζουν και από το Μαϊάμι να σε πηγαίνουν στη Ρωσία. Ό,τι να ’ναι. Μουσική για να σκέφτεσαι φαγητά, σεξ, κινητά, φιλμ σταρς, πλυντήρια – και τη βέσπα φυσικά.( http://bit.ly/7G3L3 )

Barry Adamson - Civilization: Ο Barry Adamson είναι ο θεός. Έχει περάσει από τους Magazine μέχρι τους Visage και την μπάντα του Cave. Το στιλ του είναι κοφτερό σαν λεπίδι. Βλέπει την καταστροφή σαν υπερθέαμα, την κάνει να ακούγεται σαν τραγούδι για go-go club ή για σάουντρακ ταινίας noir. Το κομματάκι είναι από το “Back to the cat” του 2008. (Το κατεβάζεις στο http://bit.ly/KHPZE)

David Byrne & Brian Eno – Strange Overtones: Και πάλι μαζί οι δυο τους. Το κομματάκι είναι από το “Everything That Happens Will Happen Today” του 2007, και στο ρεφρέν λέει “This groove is out of fashion/These beats are 20 years old”. Συγκινητικό και κολλητικό. Το βάζουμε στην κασέτα γιατί η συναυλία του Byrne στο Badminton ήταν η καλύτερη του φετινού καλοκαιριού. (http://bit.ly/fRosp)

Death Cub For Cutie - For What Reason: Όπως πάντα, κολεγιακός, συναισθηματικός και ανεξάρτητος ήχος, τυπικός των DCFC. Κομματάκι που θυμίζει σχολείο, είναι μελαγχολικό, τόσο όσο να το πάρει ο καυτός αέρας που μπαίνει από τα παράθυρα, μαζί με σκόνη, καθώς παίρνεις τις στροφές στους χωματόδρομους – αλωνίζοντας το νησί για τις κρυφές του παραλίες. (http://bit.ly/Zm6Eb)

Toyota Tuesday Downloads: Η Toyota, κάθε Τρίτη, δίνει δωρεάν ένα κομμάτι για κατέβασμα και σου φτιάχνει, έτσι, αρκετές κασέτες με μουσική για το δρόμο –με την παραδοσιακή έννοια, του αμερικάνικου highway– αλλά δεν πειράζει, μια χαρά είναι κι αυτό. Πολλά καλά και νέα γκρουπ να διαλέξεις, αλλά και μερικά superstar. Αυτή την εβδομάδα κατεβάζουμε το “Cheerleader” των Grizzly Bear. (http://www.myspace.com/toyotamusic)

NME Daily Download: To site της New Musical Express δίνει κάθε μέρα και από ένα νέο κομμάτι, δωρεάν για κατέβασμα. Βρετανικό φλέγμα στις επιλογές, φυσικά. Σήμερα πέσαμε στο “Bicycle” των Memory Tapes, τυπικό party anthem που θυμίζει 90s, με ευδαιμονικά χορωδιακά και μπάσο που σε στέλνει στον παράδεισο, ενώ βλέπεις ότι έχει ξημερώσει και κάποιοι χορεύουν ακόμα κουνώντας τα χέρια σαν πουλιά. (http://bit.ly/1eFFq1)

Au Revoir Simone - Shadows: Ρομαντικό, ανάλαφρο pop με ηλεκτρικές διαθέσεις και γρήγορο ρυθμό που κυλάει μελαγχολικά σαν εναλλασσόμενο ρεύμα: ήλιος - σκιά - ήλιος - σκιά, επάνω στο πρόσωπό σου. Ωραίο, πρωινό drive από τις νέες μας αγάπες, τρεις μικρές Μπρουκλινέζες που κατακτούν, αυτή τη στιγμή, τη Νέα Υόρκη. (http://bit.ly/4EdQRq)

Dente - Le cose che contano (EP): Ο καινούργιος μεγάλος έρωτας των Ιταλών είναι ο Giuseppe Peveri ή Dente. Το νέο του άλμπουμ παίρνει υμνητικές κριτικές, ενώ ο ίδιος φαίνεται να είναι αφηρημένος, μποέμ, σούπερ cool στην τρυφερή του, ακουστική pop jazz με μυστικά swing γυρίσματα – κάτι τέτοιο. Στο site του δίνει δωρεάν για κατέβασμα ένα ολόκληρο EP. Θα το χρειαστείτε. (http://www.amodente.it/sitoweb/index.htm)

Dente - Vieni a vivere: Επειδή ποτέ ένας Dente δεν είναι αρκετός, άλλο ένα κομμάτι από το νέο του άλμπουμ “L’ amore non è bello”, τρυφερό σαν να μπαίνει μυστικά στο αυτί σου, καθώς κυλάει πάνω σε ακουστική κιθάρα και μικρά, λυπημένα πλιν-πλον στο πιάνο... Μαζί, στο ίδιο site, και πολλά νέα και ωραία κομμάτια που δίνει δωρεάν η Ghostrecords. (http://www.ghostrecords.it)

Calexico - Frank’s Tavern: Από το νέο τους άλμπουμ “The Man of Somebody’s Dreams”, αφιερωμένο στο μουσικό της country Chris Gaffney, που χάθηκε πέρσι από καρκίνο. Τρυφερό και τίμιο, με αγάπη για τις ρίζες της μουσικής που έθρεψε, άλλωστε, και τους ίδιους τους Calexico. (http://bit.ly/1xwmnQ)

Brian Tarquin - Sunshine of your love: Ο τύπος είναι βιρτουόζος ηλεκτροκιθαρίστας, από αυτούς τους παραδοσιακούς, με τα μαλλιά και το πεντάλι με το wah-wah, δηλαδή καλύτερα να μην τον βλέπεις – αλλά παίζει με πάθος και έμπνευση, χωρίς να τραγουδάει ούτε μία λέξη, το κλασικό τρακ των Cream (από το άλμπουμ “I Feel Free/Eric Clapton Salute”, αφιέρωμα στο θεό του slow motion στο ροκ. Μπορείτε να τραγουδάτε από πάνω τα λόγια, σαν καραόκε. (http://bit.ly/968hF)

Spinal Tap - Listen to the Flower People: To γκρουπ που ποτέ δεν υπήρξε αλλά φτιάχτηκε για την ταινία-σαν-ντοκιμαντέρ “This Is Spinal Tap”, που πέρασε στην ιστορία σαν μία από τις πιο αστείες και έξυπνες υβριδικές κωμωδίες του κινηματογράφου (θα τη δούμε και πάλι στις Νύχτες Πρεμιέρας τον Σεπτέμβρη). Κι όμως οι Spinal Tap παίζουν ακόμα το ρόλο του ρόκερ με τα ριγέ κολάν και το καμένο μαλλί κι επανέρχονται σαν δεινόσαυροι, φέτος, παίζοντας live στα καλοκαιρινά φεστιβάλ και κυκλοφορώντας άλμπουμ – σαν ψέμα που είναι αλήθεια που είναι σαν ψέμα. Το τρακ μιλάει για τους «Ανθρώπους των λουλουδιών» και μπορεί να σας κάνει να δακρύσετε από τα γέλια. (http://bit.ly/3iaQkM)

Coldplay - Left Right Left Right Left: Γενναιόδωροι, και με τον αέρα του σούπερ επιτυχημένου εμπορικά πρόσφατου άλμπουμ τους “Viva la vida”, δίνουν από το site τους δώρο, στους θαυμαστές τους, ένα ολόκληρο άλμπουμ για κατέβασμα, με θεαματικές, είναι η αλήθεια, live στιγμές τους. Είναι ωραίο να ακούς τον κόσμο να τραγουδάει με την καρδιά έξω, δυνατά, σε αυτά τα «τεράστια» κομμάτια αρένας. Ταιριάζει με το κάμπινγκ. (http://lrlrl.coldplay.com/leftright.html)

Duncan Sheik, Youssou’N Dour & Neneh Cherry - Wake up, I’m going back to sleep mix: Δεύτερη εκδοχή του κομματιού του Youssou’N Dour που έγραψε για ενίσχυση του φιλανθρωπικού οργανισμού IntraHealth Open για την υγειονομική βοήθεια στην Αφρική. Η συνεργασία των τριών ονομάτων εδώ δίνει μία ζεστή, γήινη αίσθηση σε ένα κομμάτι που, βέβαια, μοιάζει με το “7 Seconds”, αλλά αυτή ήταν η ιδέα έτσι κι αλλιώς. (http://bit.ly/3liQDT)

Ziggy Marley & Paul Simon - Walk Tall: Ο ένας είναι γλυκός και χαλαρός σαν τζαμαϊκάνικος πρωινός ήλιος και ο άλλος καυστικός, εύστροφος, με χαλαρό beat στην ατάκα του και τρυφερός σαν μεσημέρι σε πάρκο της Νέας Υόρκης. Από το καινούργιο άλμπουμ “Family Time” του Ziggy, γεμάτο συνεργασίες και ντουέτα (μέχρι και με την Jamie Lee Curtis!). Ό,τι να ’ναι. (http://bit.ly/cIeqj)

Η κασέτα τελείωσε. Μέχρι να αλλάξεις πλευρά, φεύγω διακοπές – κι έφτασα.

27 Μαΐ 2009

Città Aperta


Παζολίνι ε Μανιάνι. Ήμουν κι εγώ εκεί, κατά κάποιο τρόπο.


● ● ● Το πρώτο μαύρισμα, ελαφρώς αλατισμένοι. Οι περισσότεροι θα είστε πεντανόστιμοι. Με ένα Chianti.

● ● ● Λίγο πριν τη Σαρωνίδα, στο Μαύρο Λιθάρι, που ακούγεται σαν εξωτική ονομασία για λημέρι πειρατών, too good δηλαδή για παραλία της Αττικής, για να κατέβεις πρέπει να ξέρεις πού πατάς – είναι μία περίπου σκάλα, φτιαγμένη από πέτρες, τσαλιά και χώμα.
Φτάνεις τόσο κάτω μέχρι να βρεις ίσωμα και λίγη θάλασσα που, εντωμεταξύ, έχεις ξεχάσει την πόλη που άφησες παρκαρισμένη επάνω, μέσα στο κουρνιαχτό της ασφαλτόσκονης. Μια ώρα δρόμος από το κέντρο και μια ώρα κατέβασμα από την κορυφή, κι έχεις φύγει εντελώς, νομίζεις ότι είσαι ένα κρι-κρι, σε νησί.

● ● ● Πλάι στη θάλασσα, όσο χωράει μια πετσέτα, και σε απόσταση βολής κάποιος που τον έχεις ψυχαναλύσει αρκετά ώστε να μη χρειάζεται να μιλάτε συνέχεια. Ξαπλωμένος έτσι, ο μισός, κάπως στραβά «και μ’ ένα τουίστ», ενώ οι υδατικές λιώνουν σαν τα παγόβουνα επάνω στον Ανταρκτικό σου και τρέχουν ποταμάκια τα νερά να βρουν τις ρεματιές σου – τι ανθρωπογεωγραφία κι αυτή, διαβάζεις τα απομεινάρια που δεν πρόλαβες, τον τύπο της εβδομάδας δηλαδή. Προχτεσινές ειδήσεις: η τέλεια λεπτομέρεια για να νομίζεις ότι είσαι μακριά, «διακοπές».

● ● ● Αλλά δεν διαβάζεις στ’ αλήθεια. Μισοσκέφτεσαι. Ακούς τρισδιάστατο, τόσο κοντά σου τον ήχο της αναπνοής σου να κρούει επάνω στην εφημερίδα και πίσω στην κοιλιά σου και κάτω στην πετσέτα και πίσω-πάνω και να φεύγει στον αέρα που σου φαίνεται σαν virtual πινγκ πονγκ. Τακ-τακ-τακ-τακ-σετ. Στο βάθος ακούγονται πνιγμένα μέσα στην απορροφητικότητα της πετσέτας τους και του αλμυρού, ζεστού αέρα, γελάκια, μισές κουβέντες, σπασμένες λέξεις, Athens Voices, ασημαντότητες και τα κυματάκια στις εσοχές του βράχου, να σκάνε υπόκωφα και να ρουφάνε πλαταγιαστά τον αέρα, σαν σκιερά γλωσσόφιλα.

● ● ● Μόλις καταλαγιάζουν, ακούγονται στον αέρα μικρές μπουρμπουλήθρες.

● ● ● Στα φανάρια, βλέπω συνέχεια μπουρμπουλήθρες. Στην αρχή σκέφτηκα κάτι κακό φυσικά. Ότι κάποιο πλυντήριο πλημμύρισε, ότι σαπουνάδες και σαπουνόφουσκες χύνονται από τους ορόφους στα μπαλκόνια, στις μπετούγιες, στις διασταυρώσεις. Μετά ότι άφρισαν κάπου δηλητηριώδεις ουσίες, έγιναν ζυμώσεις κι άφησαν στην ατμόσφαιρα το βρoμερό τους blob. Μετά είδα κάτι τριαντάρηδες λεβεντοκακόμοιρους Mπαγκλαντεσιανούς να πουλάνε πλαστικά μπουκαλάκια με υγρό για να κάνεις μπουρμπουλήθρες. Αγέλαστοι αλλά όχι τόσο τρομαγμένοι όσο παλιά, με ένα μικρό παιχνίδισμα στο βλέμμα, βάζουν το στικάκι και φυσάνε τις σαπουνόφουσκες που βγαίνουν αβίαστα, σαν κινούμενα σχέδια, στο σκούρο ποντικί φόντο της Αθήνας. Κάνουν ένα φρρρρρρ… και πετάνε πάνω από τα σταματημένα, στα φανάρια, ψιλολάμπουν, ιριδίζουν τα κακόμοιρα τα φουσκάκια, μέχρι να κάνουν ένα πλοπ! – και να σκάσουν επάνω σε κράνη μηχανών και καλώδια τρόλεϊ .

● ● ● «Είναι παντού», μου λέει ο Β. «Στα περισσότερα φανάρια πια έχουν μπουρμπουλήθρες. Στη Χαμοστέρνας να δεις. Μούτσας μπουρμπουχίτας. Τα πιτσιρίκια τα έχουν πάει σε άλλα φανάρια, για να κάνουν τζάμια. Και τα λίγο μεγαλύτερα, τα πιο εκπαιδευμένα, περιφέρονται ανάμεσα στα αυτοκίνητα και παίζουν κορίνες, πετάνε κρίκους και μπάλες στον αέρα, κάνουν διάφορα ζογκλερικά και μέχρι να ανάψει πράσινο σου ζητάνε ένα ευρώ».
Όλα αυτά ενώ είμαστε σταματημένοι σε κόκκινο, Κηφισίας και Αλεξάνδρας, νύχτα Παρασκευής, όλοι έξω, της πουτάνας. Εισπνέουμε μαυρίλα ενώ στον ουρανό πετάνε σαπουνόφουσκες, φρούτα, μπαλόνια, κρίκοι και κορίνες. Νιώθω σαν να βρίσκομαι στο Μεγάλο Μποτιλιάρισμα του ’72, στη “Roma” του Φελίνι. Ή στην αρχή του «8 ½», να ανέβω επάνω στα καπό σαν τον Μαστρογιάννι/Φεντερίκο και να απογειωθώ στα σύννεφα με το καπέλο μου και το παλτό και από κάτω η Ρώμη.

● ● ● Είμαστε στην πλατεία του Σαν Τζιοβάνι, στον παλιό καθεδρικό, εκεί που έπρεπε να συναντιούνται, κατά το πολεοδομικό πρότυπο, τρεις μεγάλες, ευθείες λεωφόροι, σαν άξονες της πόλης που θα ένωναν τις μεγάλες πλατείες της εξουσίας «με τον Θεό», οδηγώντας εκεί, στις παρελάσεις, το βασιλιά, το λαό και δεν θυμάμαι ποιον άλλο. Εμείς απλώς προσπαθούμε να φτάσουμε στην τζελατερία με τις αρκούδες, Orsi di Orsi, να πάρουμε παγωτά – τα λατρεύουν οι Ιταλοί, τα τρώνε μέρα νύχτα, η πόλη είναι γεμάτη στέκια που ξενυχτάνε ξεπουλώντας κορνέτι, τσιγάρα, μικρούς καφέδες και παγωτά. Τίγκα. Λιώνουν στα σοκάκια οι κρέμες και τα σορμπέτι, η Μανιάνι, λέει, στα γυρίσματα του “Mama Roma”, μόλις φώναζε “cut” ο Ροσελίνι, ζητούσε παγωτό. Γελάμε, ήταν η ιδανική εικονογράφηση του μεταπολεμικού ταμπεραμέντου: Κάτω η φτώχια! Abbasso la miseria! «Και τα ρέστα, παγωτά» που θα έλεγε και ο Κράου.

● ● ● Ναι, αλλά είμαστε στο μέσον ενός εκατομμυρίου πλήθους, που έχει κατέβει για την πρωτομαγιάτικη συναυλία στην πλατεία του Αγίου Ιωάννη. «Το ξέχασα, σταυρώστε με, τι να κάνουμε τώρα;». Στον άπλετο ουρανό της Ρώμης αντιλαλούνε τα χιτς των ινδαλμάτων τους, εκεί τις εννοούνε πραγματικά τις ανοιχτές, ελεύθερες συναυλίες. Βογκάνε τα μάρμαρα. Παντού συναντάμε μικρά με σακίδια στην πλάτη, πάνε σε γκρουπ και γελάνε, παρλάρουν ασταμάτητα και ουρλιάζουν όπως στη Μύκονο. «Ή πάτα τα, ή πάμε στης Τζοβάνας». Κάνει μια έτσι απότομα η Τσ. και στρίβει u-turn, στ’ αλήθεια θα τα πατούσε, βαφανκούλο και στα μούτρα σας. Να φύγουμε από δω μέσα.

● ● ● Η Τζοβάνα είναι τέως τραγουδίστρια και ιδιοκτήτρια ροκ κλαμπ, νυν επιμελήτρια σε εκθέσεις τέχνης. Τη λατρεύω, είναι ένα ομοίωμα της Άννα Μανιάνι, στην πιο καμπυλωτή και χαμογελαστή του μορφή, μια αυθεντική Ρομάνα, αριστερή, πρακτική, κόρη ηθοποιών, ποιητών, φουτουριστών ζωγράφων. Ζει με τον άντρα της, τον Πατρίτσιο, σε ένα μικρό ισόγειο διαμέρισμα με ελάχιστο, αλλά καταπράσινο κήπο με μηλιές, σε μια παλιά, 60s πολυκατοικία στην Cassia Parioli της Ρώμης. Είναι μια συνοικία γεμάτη δέντρα, σκύλους με περιλαίμιο που χέζουν και design νεοκυματικής αναδόμησης. Ο Πατρίτσιο έχει ροκ συγκρότημα – όπως άλλωστε και ο γιος τους και η κόρη τους. Καθόμαστε στην κουζίνα και μιλάμε, φωνές σαν μήλα πέφτουν στο τραπέζι. Ξύνουμε και μασουλάμε φύλλα αγκινάρας με κόκκινο κρασί, έρχονται ζεστές, κατακούτελα, μυρωδιές από τους πέμπτους-έκτους-έβδομους «μικρούς καφέδες» της ημέρας. Ρωτάω για την πολυκατοικία: ανήκει στην οικογένεια της Τζοβάνας. «Εδώ», μου λέει, «στο ρετιρέ αυτού του σπιτιού, έζησε τα τελευταία του χρόνια ο Ροσελίνι, άφραγκος, τον φιλοξενούσε η μάμα. Τον αγαπούσε πολύ, είχε παίξει σε ταινίες του». Αρχίζουν να ξεπηδούν ιστορίες της Ρώμης ενώ δίπλα, ο Πατρίτσιο, φορώντας ψυχεδελικό μπλουζάκι Τζίμι Χέντριξ με δεκάδες κεφάλια και χέρια σαν Ινδός θεός, κουρδίζει την καινούργια του κιθάρα, μία μικρή, σέξι, ολόλευκη Fender.

● ● ● Μέσα στο ποτήρι μου, κόκκινο κρασί, βλέπω με τα σόλα, να βγαίνουν μπουρμπουλήθρες.

Athens Voice, τ.259, 27.05.08
Τι ανόητος είμαι, στη δημοσίευση τού κειμένου στην Athens Voice, έκανα λάθος στη λεζάντα και έγραψα τον Παζολίνι ως Ρομπέρτο (Ροσελίνι). Λυπάμαι και διορθώνω.

23 Ιαν 2009

Ελπίδα γλυκιά σαν σοκολάτα

Stevie Wonder, τα χρυσά χρόνια, τέλη 60ς.

* Στις 12 Ιανουαρίου 1959 ο Berry Gordy, ένας νεαρός Αφρο-αμερικάνος συνθέτης που είναι πλασμένος με το υλικό των ονείρων της εποχής – αυτοκίνητα, 45άρια δισκάκια, μερσεριζέ (το νέο cool), δολάρια και γλυκό, γλυκύτατο beat γκρουβαρισμένο μέσα σε τηλεοπτικά στούντιο με ζωντανό κοινό, ανοίγει τις πόρτες της νέας του επιχείρησης Tamla Records, στο κτίριο της 2648 West Grand Boulevard, της πόλης που γυαλίζει από τα καινούργια νίκελ και τα κόκκινα λουστρινένια δέρματα, και γρυλίζει κάθε μέρα από τη σειρά παραγωγής των τεράστιων dreamcars που παράγει, πρεσάρει, μοντάρει, ρολάρει – των αυτοκινήτων της αυτοκινητούπολης, του Detroit. Ή αλλιώς και Motor Town. Ή, μάλλον, Motown.

* Λίγα χρόνια πιο πριν, ο Gordy δουλεύει στις εγκαταστάσεις της αυτοκινητοβιομηχανίας Lincoln-Mercury. Κάθε μέρα από μπροστά του με σουινγκάτο ρυθμό περνούν κομμάτια μέταλλο πάνω σε λαστιχένιους ιμάντες, ακούγονται οι ρυθμικοί ήχοι – τα φσστ, τα μπόινγκ και τα woops, τα doo-woop yeah και τα mmmm, τα κλινγκ, τα κλανγκς και τα wow, σούκι-σούκι baby… μέχρι που, από την άλλη άκρη του ιμάντα, βγαίνουν έτοιμα, φτιαγμένα, όμορφα, σέξι αριστουργηματάκια. Ο Berry φτιάχνει αυτοκίνητα σαν να φτιάχνει τραγούδια. Αποφασίζει να κάνει ακριβώς το αντίθετο.


* Εφτά χρόνια μετά, 1966. Ξαφνικά είναι καλοκαίρι και η μαμά του πανικοβάλ στέκεται όρθια μπροστά σε ένα τζουκ-μποξ, δίπλα σε μια τσιμεντένια πίστα, σε κάποια πλαζ με καλαμωτή. Πορτοκαλάδες, πορτοκαλί πλαστικά σκουλαρίκια, πορτοκαλί ήλιος που δύει, ηλεκτροάσπρο-κίτρινο φως που βγάζει τρεμάμενο το τεράστιο μηχάνημα μπροστά στο μικρό πανικοβάλ που απλώνει τα δάχτυλά του να αγγίξει τα πλήκτρα ενώ τα καίει το ηλεκτρικό φορτίο από τα μέταλλα. Η πορτοκαλί μαμά πατάει με τα κόκκινα ρουμπινί νύχια της τα κόκκινα ρουμπινί κουμπιά με το μαγικό συνδυασμό και τότε συμβαίνει η τέλεια ηλεκτροπληξία: ξεχύνεται από την κοιλιά του τέρατος το τραγούδι που κολλάει το μπεμπέ-πανικοβάλ στον τοίχο: “La la la la la” των LaSalles, το πιο κολλητικό κομμάτι που έβγαλε ποτέ μηχάνημα με κουμπιά. Η μαμά του πανικοβάλ χάνεται χορεύοντας μέσα στο πορτοκαλί που δύει και ξαφνικά είναι σαράντα χρόνια μετά:

* «1966. Η καλύτερη χρονιά στην ιστορία της Motown. Οι Four Tops κυκλοφορούν το “Reach Out I’ll Be There”, οι Temptations το “Get Ready” και το “Ain’t Too Proud To Beg”, οι Jr. Walker & the AllStars το “Shoot Your Shot”, ο Stevie Wonder το “Nothing’s Too Good For My Baby”, οι Supremes το “You Keep Me Hangin’ On”. Και βέβαια, αυτό το μικρό τραγουδάκι με τον παιδικό τίτλο που θα ακούσουμε τώρα, “La la la la” από τους LaSalles, με τη βραχνή, έξαλλη φωνή της Kathleen Keppen, σ’ ένα τεμπέλικο, σέξι σέικ, σαν να είναι καλοκαίρι σαββατόβραδο περασμένος αιώνας και να ετοιμάζεσαι να βγεις».


* Βγαίνοντας από το στούντιο, καθώς πάω να αγγίξω το μεταλλικό χερούλι της βαριάς πόρτας-θησαυροφυλάκιο, με ηλεκτρίζει ρεύμα, τα δάχτυλα τρέμουν ελαφρά σαν να άγγιξα παλιό τζουκ-μποξ καλοκαιριάτικα. Έξω είναι Οκτώβριος.


* Πέρσι τον Οκτώβριο, ο Kosmos έβαζε τους ακροατές του να ψηφίσουν τα αγαπημένα τους κομμάτια από την ιστορία της Motown, για να συσταθεί η λίστα της ελληνικής κυκλοφορίας με τα Best Of… της δισκογραφικής εταιρείας που έβαλε το «Μαύρο» στη λέξη «Ζάχαρη» και το γλυκό ήχο της δεκαετίας του ’60 στη μουσική της περασμένης χρονιάς, στέλνοντας (ευτυχώς) το διεφθαρμένο r’n’b στα μπουζούκια. Η Motown, γιορτάζοντας 50 χρόνια ιστορίας, αφιερώνει όλη τη χρονιά σε επετειακές ρετροσπεκτίβες, επανακυκλοφορίες σπάνιου υλικού, νέες συσκευασίες, κουτιά, ένθετα, φωτογραφίες, αφίσες, ένας groovy ήχος μαύρης μουσικής που ησυχάζει την καρδιά και στεντάρει τα πόδια στο ρυθμό των τραγουδιών της. Κάθε χώρα ψήφισε μέσω ενός ραδιοφώνου τα αγαπημένα της, για να βγουν τα αντίστοιχα “Best”.


* Πριν 20 χρόνια, μερικά βράδια βγαίναμε αυτοκίνητα κονβόι βόλτα, πηγαίναμε σε ανοιχτούς δρόμους, ακούγοντας ραδιόφωνο – είχαμε λύσσα με τους νέους τότε σταθμούς, τους νέους παραγωγούς, τις φωνές και το «άλλο» που έφερναν. Μας άρεσε πόσο απολαυστικός ήταν ο Πολυχρονίου Μαύρος-Βελούδος που, χωρίς να λέει απολύτως τίποτα, ακολουθούσε τον Motown ρυθμό και έβαζε τη φωνή του μέσα στη Μαύρη Ζάχαρη, κάνοντάς την εξαιρετική γέφυρα για μια και μόνη απλή πληροφορία: τίτλο και καλλιτέχνη. Έριχνε τα “baby” τόσο καλά δεμένα, σοκολάτα στη μηχανή μας, γλιστρούσε ωραία το αυτοκίνητο με τον Stevie Wonder να παίζει “Signed Sealed Delivered I’m Yours”.

* H soul είναι από τα πιο ιδανικά Μαζικά Μέσα Μεταφοράς επικοινωνίας και αγάπης. Το είδαμε και προχτές, την Κυριακή.

* Στις 18 Ιανουαρίου 2009, 50 χρόνια και 6 μέρες μετά την ημέρα που ο Berry Gordy άνοιγε τα γραφεία της εταιρείας που θα έφτιαχνε τραγούδια όμορφα και γυαλιστερά σαν να είναι αυτοκίνητα, προχτές –την Κυριακή δηλαδή– βλέπουμε, ξαπλωμένοι στο χαλί, την παναμερικάνικη mega-συναυλία για τη νίκη του Μπαράκ Χουσεΐν Ομπάμα στην πλατεία Washington με τα συνθήματα και την αγάπη, τυλιγμένα σε χοντρά, μαύρα, μαλακά παλτό, κάτω από το παγωμένο γκρι μαρμαρί βλέμμα του Λίνκολν. Εκτός από τους λεβέντες λευκούς σταρ που παρελαύνουν “tipping their hat”, τιμητικά τραγουδώντας τα greatest hits τους για το νέο πρόεδρο –ο Springsteen, o Garth Brooks, η Sheryl Crow, o Κάποτε-Θα-Καθίσω-Εγώ-Εκεί Bono–, υπάρχει ένα μεγάλο, μαύρο, εντυπωσιακό cast που ερμηνεύει άψογα, ξεσηκωτικά, ένθερμα, τέλεια κλασικά κομμάτια αμερικάνικης ομοψυχίας, αυτά που τους κάνουν να δακρύζουν και να γλυκαίνουν. «Μα τι βλέπουμε; Το Dreamgirls;» αναρωτιόμαστε. Η κάμερα κάνει αεροπλανικά και πετάμε πάνω από ευτυχισμένες φάτσες, τους ζηλεύουμε που είναι τόσο χαρούμενοι για τον ίδιο όλοι λόγο. «Μπορεί να βλέπουμε και το Forrest Gump;». Αλλά όχι, παρασυρόμαστε κι εμείς, στην αρχή` νομίζουμε ότι είναι το μουντό ψοφόκρυο της ζωντανής εικόνας που μας κάνει να νιώθουμε ζεστή σοκολάτα και μαξιλάρια για βούλιαγμα γύρω μας και μετά, σιγοτραγουδώντας “Lean On Me”, καταλαβαίνουμε ότι είναι αυτή η γλυκιά μαύρη soul μουσική της καρδιάς που ζεσταίνει και ηλεκτρίζει σαν τζουκ-μποξ της παιδικής μας ηλικίας.

(
Athens Voice, τ.241, 22.01.09)


27 Νοε 2008

To element "φοίβοσδεληβοριάς"


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣΑΕΙ ΤΑ 80ς.
---------------------------------------

Τελευταία, όλο και περισσότεροι μου απευθύνονται στον πληθυντικό. Είμαι λίγο πριν το στάδιο όπου, μόλις με βλέπουν, θα σηκώνονται για να μου προσφέρουν και τη θέση τους. Fuck, fuck, fuck. Νοιώθω ένα ιδιαίτερο βάρος να περιβάλλει το ήδη βεβαρημένο μου ειδικό, μία απόσταση 20 εκατοστών μεγαλοπρέπειας ασφαλείας να αναπτύσσεται ανάμεσα σε μένα και τους Μικρούς. Αν πλησιάσει κανείς στα 199 χιλιοστά, πετάγομαι σαν να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Ξουτ!

• Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου αρέσει βέβαια. Επιτέλους, θα με αφήνουν ήσυχο. Επιτέλους, δεν θα με ρωτάνε αν πήγα σε όλες τις συναυλίες. Επιτέλους, θα μου χαμογελάνε με κατανόηση σε ό,τι κι αν τους απαντώ. Επιτέλους, δεν θα πρέπει να φλερτάρουμε κανένας με κανέναν - εκτός αν είμαστε στους ειδικά προβλεπόμενους χώρους εξομοίωσης, μπαρ με ειδικό θέμα, ερημονήσι, γενικό blackout, τέτοια.

• Από την άλλη, νοιώθω σαν να χάθηκε κάτι. Εκείνη η μικρή, εύκολη, αναπαυτική αίσθηση συνωμοσίας που έχεις με κάποιους ανθρώπους όταν συναντιέστε και νοιώθετε ότι ανήκετε στην ίδια συμμορία. Ότι έχετε κυλιστεί στα ίδια πατώματα. Χάθηκε η τρυφερή, έξυπνη «αυθάδεια τσέπης» που έκανε τα 60 εκατοστά απόστασης ευγενείας μίας τυπικής συναναστροφής ή πλάτους μίας μπάρας, να γίνονται είκοσι, δεκαεννέα, μερικές φορές και κανένα αν δεν με απατά η μνήμη μου. Νοιώθω σαν να χάθηκε το element «φοίβοσδεληβοριάς» από τη ζωή μου. Ο ενικός αριθμός.

• Μέχρι τώρα, ένοιωθα πολύ κολακευμένος που, όποτε έκανε ένα οποιοδήποτε βήμα στην καριέρα του ο Φοίβοσδεληβοριάς (έβγαζε νέο σιντί, ξεκινούσε εμφανίσεις, ξεκινούσε περιοδεία, ξεκινούσε διακοπές) υπήρχαν άνθρωποι που το θεωρούσαν άμεση ευθύνη ενδιαφέροντός μου. Άναβαν τα alarm. Το άκουσες; Διάβασες τους στίχους; Λέγε, πότε θέλεις να πάμε. Χσιάαακ! Η Κοντοβά με το μαστίγιο έκανε μπούκινγκ. Το να θεωρούν όλοι ότι με αφορά ο καλλιτέχνης, ήταν για μένα σαν ελιξίριο νεότητας και, μάλιστα, σκεπτόμενης. Ένοιωθα πολύ φρεσκαδούρα και cute, πολύ σαλοπέτ, σαν τσικό στα 80ς. Άλλωστε η Κοντοβά με θυμάται όποτε ξυπνάει μέσα της η εϊτίλα ή, για να είμαι πιο ακριβής, η κιτσερέλα.

Η δεκαετία του ’80 είναι μία κατάσταση μυαλού μερικών από τους πιο αγαπημένους μου φίλους που εξιδανικεύει, σαν να είναι αίρεση, «το κιτς της αθωότητας». Αυτό, άλλοτε σημαίνει την πρώτη στραβοχυμένη ερωτική περίπτυξη που έτυχε να συμβεί εκείνα τα χρόνια… άλλοτε το μέγα δράμα για την αίσθηση απόρριψης μέχρι να λυθεί το γκομενικό (που, εκείνα τα χρόνια τύχαινε να εκφράζεται με industrial αυτοκτονικό new wave, μαύρη μοναξιά και μαύρο καζάλ αριστοτεχνικά ζωγραφισμένο γύρω από το μάτι)… και άλλοτε με ό,τι είχε η τηλεόραση τα βράδυα επειδή δεν άφηνε ο μπαμπάς να βγεις. Και τι να έχει; Λεπτές πέτσινες γραβάτες. Τα βίντεο των Duran Duran με τον Γκούτη. Βιντεοταινίες με τον Ψάλτη. Τα «νεανικά» του Δαλιανίδη («μη μου τη σπας ρε θεία»). Και μετά, ύπνο.

«Τα 80ς επιστρέφουν» ανάλογα όπως τον βολεύει τον καθένα. Μερικοί, απλώς δεν ξεπέρασαν ποτέ τους Depeche Mode. Άλλοι, ανακάλυψαν τους Joy Division στα 40 τους και το πήραν κατάκαρδα (κατά κάποιο τρόπο, δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς, χεχε…). Στυλίστες, καρεκλάδες, μπουζούκια, καφεμπαρόβιες, λένε 80ς και εννοούνε ντίσκο με σύνθι, καμένο μαλλί σε τεράστιες τούφες, χρυσά κουρέλια. Η μισή Ελλάδα, αυτό το έχει πάρει στα σοβαρά. Το πίστεψε το αστείο, τους άρεσε η κιτσερέλα και την επισημοποίησαν. Της δίνουν ονόματα, βραβεία, γιουροβίζιον, ψαρώνουν, μπράβο βρε, άντε και υπουργός.

• Ευτυχώς για μένα, όταν μερικοί φίλοι μου, η Κοντοβά, ο Φοίβοσδεληβοριάς, μιλούν για τα καταραμένα τα έιτις, εννοούν πόσο ανυπεράσπιστοι, έτσι μικροί, βρέθηκαν τότε μέσα σε εκείνη τη λαίλαπα νεοπλουτίστικου πολιτιστικού και επικοινωνιακού αμόκ, με φτηνά τεχνολογικά μέσα. Και να ερωτεύονται σαν πρωτάκια, πρώτη μέρα στο σχολείο.

• Από αυτή την άποψη, η παιδικότητα, το τρυφερό δηλητήριο, η συναισθηματική επιβίωση και ενηλικίωση μέσα στην κολασμένη εκείνη δεκαετία έχουν γίνει, κατά κάποιο τρόπο, το χαρακτηριστικό του «καλλιτέχνη Δεληβοριά». Και, μάλιστα, όταν βρίσκεται στη σκηνή, γιατί είναι ένας εξαιρετικός performer. Εκεί, αφού έχει τυλίξει το κοινό στα πλοκάμια της «αφηγηματικής» του τεχνοτροπίας που τον παρακολουθεί γοητευμένο πρέπει να παραδεχτούμε, ο ίδιος δεν είναι πια ένα «στοιχείο νεανικού οίστρου» στη ζωή, αλλά fulltime καλλιτέχνης με λέγειν, ευαισθησία και αυτο-ψυχαναλυτικές διαθέσεις (κάτι που παραλύει το γυναικείο κοινό, πρέπει να παραδεχθείτε). Στις συναυλίες του, που τις ονόμασε «Οι Απίθανες Περιπέτειές» του, διηγείται στο κοινό ιστορίες χρησιμοποιώντας το εφέ της αφοπλιστικής παιδικής αθωότητας (μια μικρή παραδοξότητα στη σύνταξη, μία παιδική λέξη εδώ κι εκεί – μπαμπάς αντί για πατέρας, το στρίμωγμα στο μέτρο των στίχων μίας συλλαβής που περισσεύει). Κυνικός, ταχύτατος και απλός σαν wizkid, ζογκλάρει τις λέξεις – αξεσουάρ (mp3, λογισμικό, τις χριστοπαναγίες του στρατού), τις χειρίζεται σαν τουβλάκια lego μέσα σε τεράστιο φλούο πορτοκαλί κουβά. Παίρνει από το σωρό και χτίζει, έχει πολλά. Κι άμα λάχει, κάνει αγορίστικες ξεπερασούρες («Η γυναίκα του Πατώκου»), έχει κιόλας καπνίσει, έχει τζογάρει, έχει πει κακές λέξεις.

• Ο ώριμος Δεληβοριάς διακρίνεται από μερικές εξαιρετικές επιλογές τραγουδιών άλλων που διαλέγει να πει: Α.Πάνου, Α.Μπακιρτζή, Κηλαηδόνη (αν και προβλεπόμενο), το πολύ καλό «Γυφτάκι» του Πανούση, Μάνο Χατζηδάκι. Εκεί φαίνεται η ειλικρίνειά του, το πόσο ωραία ανοίγει ελεύθερο και βγαίνει το «άλφα» του στον αέρα, ευήλιο, καθαρό και χαμογελαστό, καμία εγγαστρίμυθη καταπίεση και κοκαλωμένο στόμα σοβαροφάνειας. Και ακόμα, εκεί που γίνεται στ’ αλήθεια τρυφερός: όταν καταπιάνεται με το παρελθόν, τον πατέρα «Φώτη» του, αυτά που του παραδόθηκαν σαν SOS στο μάθημα της πατριδογνωσίας .Αρπάζει λαϊκές σοφίες, μαντινάδες, μικρές καθημερινές γλωσσικές συνήθειες και κανιβαλισμούς και τα στολίζει στο πρόγραμμα και μετά, ευτυχώς με χαιρεκακία, ρίχνει ένα medley με τα σουξέ του Γαρδέλη από τα εφιαλτικά 80ς -«Come with me για να τη βρεις», «Άντε σπάσε ρε μαλάκα» «Εγώ δε θέλω μεροκάματο»- και μας δείχνει ότι ακόμα και η τρυφερότητα έχει τα όριά της.

• Είναι ωραία που για όλους μας, μετά από αυτές τις απίθανες περιπέτειές μας, ήρθε η ώρα του πληθυντικού. Καλησπέρα σας κυρία Κοντοβά, καθίστε κύριε Δεληβοριά.

(Athens Voice, τ.236, 27.11.08)