Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα book-er. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα book-er. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Μαρ 2011

Θα ανατέλλω

Αγ.Ειρήνης & Αιόλου


Στην οδό Κεραμικού, επάνω σε μία χτισμένη πόρτα, ανάμεσα σε δύο-σαν-επιτύμβιες κολώνες, ένας πιτσιρικάς με γδαρμένα γόνατα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την επερχόμενη Ελλάδα της αντιπαροχής.

Κατεβαίνοντας την Αγίας Ειρήνης, στη γωνία με την Αιόλου, μία ασπρόμαυρη κοπέλα με κοτσίδα παχιά, αθώα μαλλιά, βολεμένα, πλεγμένα χωρίς κοντίσιονερ, σαν καλή ελληνική ταινία αναδύεται μπροστά σου, επάνω στον τοίχο της κλασικής αθηναϊκής ώχρας. Φοράει μία ελαφριά ζακέτα και μια μεγάλη σκούρα φούστα, χαμηλά παπούτσια, καλό κορίτσι σε κυριακάτικη βόλτα, πασατέμπο και μπλε πορτοκαλάδα. Ναι καλέ μαμά, δεν θα αργήσω. Είναι μία μεγάλη φωτοτυπημένη εικόνα, σε φυσικό σχεδόν μέγεθος, κολλημένη επάνω στον σοβά με ανθεκτική αλευρόκολλα. Κάποιος έχει γράψει δίπλα της το νέο πολύ-φορεμένο σύνθημα της πόλης, «Μίλησέ μας, Έλσα» (είναι το νέο «Βασανίζομαι»). Πλησιάζοντάς την, το χαμόγελό της θολώνει, έρχεται έξω το ράστερ της παλιάς φωτογραφίας και απλώνει, χάνεται στον κόκκο του χρόνου η καθαρότητα του βλέμματος και γίνεται ένα υλικό: χαρτί + κόλλα + αγάπη, στα χέρια του τρελού καλλιτέχνη του δρόμου.

Ο Sox δίπλα μου, λέει: «Κι όταν ακόμα θα νομίζεις πως για πάντα έχω χαθεί, θα ανατέλλω.» Αγγελάκας. «Σκεφτόμουν τους παλιούς ανθρώπους,» συνεχίζει. «Αυτούς που έχουν φύγει, πώς θα ήταν να ξεπροβάλλουν μπροστά σου στις γωνίες της πόλης. Να ξαναζωντανεύουν για να σε κοιτάξουν. Σκεφτόμουν όλους αυτούς τους καλλιτέχνες της ζωής που πέρασαν αλλά δεν θυμόμαστε τα πρόσωπά τους. Να ξαναβλέπαμε στους τοίχους της Αθήνας τον Λύτρα, έναν ποιητή, την Κατερίνα Γώγου να μας κοιτάζει τρία κλικ αριστερά, μισοκρυμένη πίσω από τις κολώνες.»

Ο Σωκράτης τα τελευταία χρόνια έχει γεμίσει την Αθήνα με τοιχοκολλημένες απρόοπτες, χρωματιστές στιγμές, τα γνωστά του καθαρόγραμμα σαν κόμικ, τέρατα, τηλεοράσεις με πλοκάμια, καρδιές με γένεια, τρύπια κεφάλια που ξεχύνουν ιδέες και μαμούνια, γραμμικές αγάπες με κεραίες και μεγάλα μάτια. Είναι ο εικαστικός και σκηνογράφος που συμπεριφέρθηκε στις τζαμαρίες των εγκαταλελειμμένων σαν να ήταν η μακέτα του, ένα σετ, ένα τη-σερτ φτιαγμένο στο χέρι, πρέσα-πρέσα τη μεταξοτυπία. Τώρα, αναμοχλεύοντας το παρελθόν και τις ιδέες του, άρχισε να ψάχνει «παλιούς ανθρώπους» για να τους βάλει να ανατέλλουν μέσα από τα αθηναϊκά βασανισμένα ντουβάρια.

Και ανακάλυψε ένα υπέροχο βιβλίο του Φίλιππου Κουτσαφτή: «Ανωνύμων Ταυτότητες – Κώστας Ρούσσης, ένας φωτογράφος από τη Ζαγορά του Πηλίου» (από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο του Δήμου Ζαγοράς). Ένα άλμπουμ με τις φωτογραφίες του Φωτογράφου του Χωριού, προπολεμικές-και-μετά σκηνές του πιο αθώου βλέμματος που είχαν ποτέ οι άνθρωποι σε αυτό τον τόπο, πριν οι κάμερες και τα τηλεοπτικά μάτια τους εκπορνεύσουν τη ματιά. Οι εκκλησιασμοί, τα πανηγύρια, οι κηδείες και οι φωτογραφίες ταυτότητας, η σχολική φωτογραφία στο τέλος της χρονιάς, οι μπουγάδες και οι καφενέδες. Ασπρόμαυρα ράστερ. Αθήνα, χωριό.

Ο πιτσιρικάς της οδού Κεραμικού, πιθανότατα μετά από δώδεκα χρόνια να ήρθε στην Αθήνα, να έμεινε σε μία κάμαρη στα Πετράλωνα και να τελείωσε νυχτερινό Γυμνάσιο, δουλεύοντας χασαπάκι. Τα παιδιά του τώρα μπορεί να περνάνε από το δρόμο, να χαμογελάνε στον καταπράσινο τοίχο, να γλυκαίνουν βλέποντας φιγούρες που δίνουν παρελθόν στην πόλη. Λίγο πιο κάτω, στη Λεωνίδου, ένας άλλος νεαρός με τα κυριακάτικά του, ο ίδιος ξανά στην οδό Θησείου και στην Αρτεμισίου μια μάνα συγκλονιστική, σαν Συλβάνα Μάνγκανο σε βομβαρδισμένη Ρώμη, σαν ράφτρα στα Ταμπούρια, κοιτάζει τους σημερινούς Αθηναίους επάνω από γκρεμισμένα νεοκλασικά παραθυρόφυλλα.

Νύχτα, ανεβαίνω τη Δημοκρίτου, ζόρικη ανηφόρα, μεγάλη στροφή, λακούβα, στην κούρμπα του Δοξιάδη, δίπλα στης Εβίτας Ηλιοπούλου, καθώς πέφτουνε τα φώτα της μηχανής, νομίζω σαν να βλέπω δυό πιτσιρικάδες, φωτο-ράστερ του ’50, επάνω σε έναν γάιδαρο, στην καρδιά – Κολωνάκι 2011, αργά πιά.


Αρτεμισίου


Κεραμικού


Λεωνίδου



Θησείου

Τρία Κλικ Αριστερά

Ανωνύμων Ταυτότητες

12 Ιαν 2011

Η βαλίτσα του Κηθ


Περάσαμε τις γιορτές με τον Κηθ. Ήρθε παραμονές, ξαφνικά, αργοπορημένος – τον περιμέναμε τριάντα χρόνια πριν και έσκασε τώρα που είμαι με τα μεσουλίντ, με μια βαλιτσάρα εξακοσίων σελίδων γεμάτη σταφ. «Θα μείνω λίγο καιρό» είπε, και άραξε στους καναπέδες με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι. Σκουντιόμασταν. Ρε συ, φοράει winkle pickers ακόμα ο θεός, κοντά μαύρα, με κοφτό κουβανέζικο τακούνι και μύτη ξιφία.

Να του προσφέρουμε κάτι. «Κηθ, τι να φέρω;». Τι να φέρεις, βλάκα. Τα έχει όλα στη βαλίτσα, το γράφει απ’έξω, «Life». Μπέρμπον, ζαχαρωτά, καραμέλες γλυκόριζας και φραγκοστάφυλου, πεγιότ, κόκες, χάπια, συνταγές για μπάγκελς με πουρέ, χαϊμαλιά, πένες κιθάρας, σύριγγες, χειροπέδες, παλιές φωτογραφίες. Μαλάκα, κουβαλάει ακόμα βυνίλια, ξέρει τους κωδικούς απ’ έξω. Το δαχτυλίδι νεκροκεφαλή που ανοίγει μύτες. Τσιγάρα κούτες. Την κλασική στολή: Μαύρο τζην σωλήνα, τζάκετ τζην Wrangler, μωβ πουκάμισο. Ουλές, καψίματα, σπασμένα νύχια, ρίμελ μαύρο τσιγγάνικο, ρυτίδες, μια φωνή βραχνό ξενύχτι, ροκ εν ρολ σταρ στις 11 το πρωί και βαρύ νότιοανατολικό Λονδίνο με χαλασμένα δόντια (οι σχολικοί οδοντογιατροί στις αρχές της δεκαετίας του ’50, διηγείται ο Keith Richards στο βιβλίο για τη ζωή του, ήταν απόστρατοι, τύποι που γύρισαν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τους έστειλαν με τανάλιες και ποδοκίνητους τροχούς με ιμάντες να βγάλουν τα δόντια από όλα τα παιδάκια της Αγγλίας).

Το βιβλίο είναι βαρύ και ανάλαφρο όσο και η Ζωή ενός Αθώου Ρόκερ. Σε όποια σελίδα και να το ανοίξεις, διαβάζεις και μία ιστορία – τυχαία, σκόρπια, σύντομη ή σχεδόν. Διηγήσεις που έχουν την προβλεπόμενη διάρκεια ενός σωστού ροκ εν ρολ single, τριάμιση λεπτά και ένα-τζι. Ή, όσο κρατάει ένα shot ουίσκι. Τα βράδια του δίναμε να πιεί. Όσο του βάζαμε, αυτός μιλούσε. Ποτήρι και story. Προφανώς έτσι θα γράφτηκε το βιβλίο – από τον συγγραφέα και δημοσιογράφο James Fox – με διηγήσεις σε έναν βολικό, νυχτερινό, χαλαρό ειρμό. Χωρίς άγχος, χωρίς βαρύγδουπα νοήματα, με μικρές αναλαμπές πάθους και αυτή την τρυφερή αγάπη για τα αντικείμενα. Τέσσερα χρόνια τον κυνηγούσε ο Fox, για να του πει όλα όσα θυμόταν και να μαζευτεί το υλικό.

Οι βιογραφίες είναι χριστουγεννιάτικο είδος βιβλίου γιατί, -οι σωστές βιογραφίες- κρύβουν παραμύθια για παιχνίδια. Ιστορίες για πράγματα. Για τα φετίχ των ηρώων τους. «Πώς έχασα την πρώτη μου κιθάρα στον υπόγειο του Bakerloo». «Πώς γνώρισα τον Mick Jagger στον σταθμό του Dartford». Τον γνώρισε γιατί κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του δύο σπάνια βινύλια, Chuck Berry και Muddy Waters, θα σκότωνε ο Κηθ για να τα έχει. Πήγε και του μίλησε. «Γειά, πού τα βρήκες αυτά; Κάπου σε ξέρω εσένα ρε. Ήμασταν συμμαθητές στο δημοτικό.»

Αυτές οι διηγήσεις μας έκαναν να ανοίγουμε και τις δικές μας παλιές φωτογραφίες. Να, εδώ είναι το πάρτι, τότε που είχες φέρει να παίξεις το «Some Girls». Θυμάσαι; Έγινες τούτσι, ήπιες ακόμα τις κολόνιες από το μπάνιο. Την ίδια ακριβώς στιγμή εκείνη τη νύχτα, στην άλλη άκρη του πλανήτη, ο Κηθ μπορεί να ήταν σε κανένα επαρχιακό αστυνομικό τμήμα στο Άρκανσω, τύφλα στις τουαλέτες, και να προσπαθούσε να ξεφορτωθεί τα χάπια και το χόρτο μέσα στη λεκάνη. «Χάλασε το γαμοκαζανάκι, δεν τραβάει».

Όλες τις γιορτές τις περάσαμε με το φανελάκι – η γιαγιά της πολυκατοικίας (δεν έχουμε αυτόνομη θέρμανση) άναβε τα καλοριφέρ τα βράδια στο φουλ, δούλευε το μηχανοστάσιο σαν να ήμαστε ο Τιτανικός, επάνω εμείς λιώναμε, 20 βαθμούς έξω, και μέσα με τους ανεμιστήρες οροφής και τα παγάκια – ε, κρυολογήσαμε. Ο Κηθ εντωμεταξύ έλεγε, έλεγε. «Σε όλη τη διάρκεια των ‘70ς έπαιρνα καθαρή, φαρμακευτική κοκαΐνη Μερκ».

Εμείς όλες τις γιορτές τις περάσαμε με τα Βιξ και τα Κολντ εντ Φλου. Ημιναρκωμένοι, να γλυστράμε λίγο λίγο από τους καναπέδες και να κουνάμε το χέρι με το τηλεκοντρόλ του γουίί για να στείλουμε τη μπάλα στις κορίνες. Μαλάκα έκανα στράικ ξαπλωμένος. Ο Κηθ μας έβαζε να ακούμε συνέχεια το νέο του cd, «Vintage Vinos», που κυκλοφόρησε τον Νοέμβρη παράλληλα με το βιβλίο. Συλλογή από παλιά κομμάτια από τρία, νομίζω, βινύλια που έχουν πια καταργηθεί που έκανε με την προσωπική του μπάντα, τους X-pensive Vinos το ’87, όταν οι Stones είχαν πάψει για λίγο να ρολάρουν. Γούσταρε ο παλιόγερος, είχε μαζέψει μουσικάρες, είχε ρίξει και την μία από τις Labelles στα φωνητικά, έσταζε η λιωμένη, καυτή, brown sugar της επάνω στη δικιά του, τραχειά, γρατζουνισμένη κραυγή. Και η πένα – το τραυματισμένο του δάχτυλο από μία πέτρα όταν μικρός που του έκοψε ένα μικρό κομμάτι και του χάρισε μία παντοτινή, μικρή τομή, ένα φλατ δάχτυλο με μία έξτρα εγκοπή για να παίζει τις χορδές σαν να τις τσιμπάει – έπαιζε κοφτά, με μια τζαμαϊκάνικη steady beat κίνηση, κάτι μπλουζ καταλήξεις και βογκητά, λίγο θυμωμένος, λίγο horny, πωπω σε ποια σελίδα είσαι;

Επιβιώσαμε όλοι. Ο Β., η Μ. κι εγώ από το κρύωμα. Ο Κηθ από την εξάρτηση, από πεσίματα από δέντρα, από φωτιές σε δωμάτια ξενοδοχείων, από αστυνομίες, χωρισμούς, από νταήδες στο σχολείο που τον έδερναν, από τη βαρεμάρα μιάς αδιάφορης, ανώδυνης ζωής μιας εργατικής οικογένειας στην επαρχία του Λονδίνου. Η ροκ εν ρολ ζωή δεν είναι απαραίτητο να κρύβει μόνο θυελλώδεις νύχτες με bitches και γκομενάκια, τηλεοράσεις πεταμένες από τα παράθυρα, μέταλλο και αίμα. Χρειάζεται να κρύβει μία αθώα, ενστικτώδικη αγάπη για τη μουσική, τρελή αγάπη όμως, πάθος, να κολλάς εκεί – με τις ώρες. Να είσαι με τους δικούς σου και να παίζεις. Γκραν γκραν γκραν. It’s only rock n roll but I like it, like it, yes I do. Ωπ, έκανα στράικ.

Info: Το βιβλίο «Life» του Keith Richards θα κυκλοφορήσει σύντομα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Intro Books.
-------------------------
Athens Voice, τ.329, 13.01.11
Panikoval Podcast: εδω + στο itunes

21 Απρ 2010

Η ζωή είναι κόμικς, μωρό μου


· Ίσως το Comicdom από του χρόνου να πρέπει να αναζητήσει μεγαλύτερο χώρο, έγινε πολύ δημοφιλές, λέω, μούσκεμα στον ιδρώτα την πρώτη πραγματικά ζεστή μέρα αυτού του παντοτινού κολοκαλόκαιρου σε αυτή την πόλη, ανάμεσα σε εκατοντάδες cubs με βερμούδες και τα αγαπημένα τους μαύρα t-shirts, στριμωγμένα όλα μπροστά στους πάγκους με τα σακουλοποιημένα collectors κόμικς. Θέλω να τα πιάσω και να τους πω: Είμαι ο μπαμπάς σας.

· Εμένα μου αρέσει εδώ, το βλέπω ρομαντικά, το έχω συνηθίσει, λέει ο Pan Pan – Παναγιώτης Πανταζής, την ώρα που μιλάμε για το καινούργιο του προσωπικό άλμπουμ κόμικς – το 6ο στη σειρά και 5ο στον τίτλο Common Comics. Το Common Comics #5: Purr κυκλοφόρησε από την Giganto (το καλύτερο λογότυπο – μπλουζάκι στη γειτονιά) μόλις τώρα, φρέσκο σαν ζεστό ψωμάκι, τη μέρα του Comicdom Con Athens 2010 που έγινε στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση προχτές, το Σαββατοκύριακο. Σαρανταοχτώ σελίδες 24 x 17 σε απαλό, σατινέ, δίχρωμο εξώφυλλο γαλάζιο – καφέ (τα χρώματα του μικρού, έρημου, προσωπικού νησιού του καθένα, κατά προτίμηση Αιγαίο, σωστά;), μονόχρωμο εσωτερικό, καφέ μελάνι σε χαρτί σαμουά. Πράγμα που του δίνει μία αίσθηση σέπιας, σαν η ιστορία του Οδυσσέα και των φίλων του, του Βασίλη και της Ουλένκα, που διηγείται η πένα του Pan Pan εδώ και τρία τεύχη Common Comics, να είναι μία πολύ γνώριμη υπόθεση, φωτογραφία φυλαγμένη με τον καιρό, μέσα στο δικό σου Ντουλάπι Με Τα Συναισθηματικά Παράξενα (Κιτρινισμένα).

· Ο Οδυσσέας, ο Βασίλης και η Ουλένκα του Pan Pan είναι τρεις ιδανικοί, παιδικοί φίλοι και ενδεχόμενοι εραστές με τον γνωστό αστάθμητο τρόπο που λειτουργούν τα τρίγωνα όταν σε αυτά εμπλέκεται ο χρόνος, η τρυφερότητα, η αξιοπρέπεια, η φιλία, η μουσική, η πόλη και το νησί που δραπετεύει ο καθένας: η Βενετία, η άγονη γραμμή ή οι ξεκλείδωτες ταράτσες των κτιρίων της Αθήνας. Η φιλία, ο έρωτας και η μοναξιά συμβαίνουν σε ευάερες, μεγάλες εικόνες – πολλές φορές χωρίς καν πλαίσια, ή σε ένα πανέμορφο σερί τεσσάρων σελίδων τετραγωνισμένων σε έναν κάναβο από μικρά στοπ καρέ – γραμματόσημα, σαν παράθυρα πολυκατοικίας, εικονίδια με ακινητοποιημένες σκηνές της ζωής του Μοναχικού Οδυσσέα στην Αθήνα. Πριν ξεχυθεί στη χαρά των μεγαλύτερων εικόνων, ενός συνωστισμού σε live, σε κάποιο κλαμπ. Με πανέμορφο, σαν κινηματογραφικό, μοντάζ ο Πανταζής δένει τις σκηνές του: νυχτερινή ταράτσα, νησί, βουτιά στη θάλασσα, ερωτική εξομολόγηση. Νομίζεις ότι ακούς το σάουντρακ, κυλώντας επάνω στις εικόνες, μένοντας με το βλέμμα σου σαν νότα, πλήκτρο πιάνου που έσταξε επάνω στο σαμουά χαρτί με μια σταγόνα θάλασσας και περιμένεις να απλώσει το αλμυρό νερό για λίγο, να ποτίσει ο ήχος καθώς βυθίζεσαι στο κάθε καρέ.

· O Pan Pan, σαν postnoise, ντύνει τα κόμικς του με μουσικές. Χρονομετρώντας τον λογικό χρόνο που διαβάζεις την κάθε εικόνα, δίνοντας τον αέρα και τις ανάσες της πρώτης – και μετά της δεύτερης, απολαυστικότερης ανάγνωσης, και αργότερα της, με εμβρίθεια, τρίτης και τέταρτης, υπολογίζει τις σκηνές του με tracks. Συναρμολογεί τις μουσικές, ενίοτε τις παρουσιάζει και live (σε βραδιές με επιτυχία, που συζητιούνται για μέρες στις ταράτσες της Αθήνας…) και τις κόβει σε cd. Το Common Comics #5: Purr είναι μία μικροκαμωμένη συμφωνία τζαζ πιάνου και εσωστρεφούς beat που μπορεί να συνοδεύσει πολλές Αθηναϊκές ιστορίες εκτός από αυτή του Οδυσσέα και των φίλων του. Μοιάζει σαν ένα παιχνίδι να ακολουθείς τα καρέ του κόμικ με το ρυθμό που υπαγορεύει το σάουντρακ του δημιουργού, όπως παλιά, όταν προσπαθούσαμε να κάνουμε να συμπέσει, κατά τον αστικό μύθο, η ακρόαση του «Dark Side Of The Moon» των Pink Floyd με το μοντάζ σκηνών και συναισθημάτων στον ιστορικό «Μάγο του Οζ» της Τζούντι Γκάρλαντ.

· Ο Παναγιώτης έφτιαξε 30 αριθμημένα cd με τη μουσική για το κόμικ του. Δημιούργησε ξεχωριστό artwork για το καθένα, πανέμορφες εικόνες του ήρωα, της πόλης και των μπλε ραφ – καφέ χρωμάτων του, τα σένιαρε, τα ταχτοποίησε σε παράταξη επάνω στο κρεβάτι του και μετά τα λούστηκε με μια βουτιά όπως ομολογεί, χαρούμενος, δικά του, πριν τα δώσει στον πάγκο της Giganto. Φαντάζομαι τώρα δεν θα έχει μείνει ούτε ένα για δείγμα. Μπορείτε όμως να κατεβάσετε δωρεάν τη μουσική, όχι μόνο του Purr αλλά και των άλλων κόμικς του Pan Pan στο http://postnoise.com/?page_id=359

· Στην Giaganto κυκλοφόρησαν μόλις και άλλα δύο άλμπουμ: Το 5ο στη σειρά Krak Komiks, του προσωπικού τίτλου του Τάσου Μαραγκού (Tasmar), με την 5η και τελευταία (για τον 1ο κύκλο) συνέχεια της ιστορίας Hard Rock και το γνωστό ήρωά του Μάρκο-Σε-Έξαρση-Εφηβικού-Στρες σε φινάλε-έκπληξη καθώς και τις αποφθεγματικές τάσεις στις τελευταίες σελίδες («Ο Κομίστας είναι… Καλλιτέχνης», «Ο Κομίστας είναι… Επαναστάτης» του Κ.Ομίστα και «Το να δημιουργείς κόμικς… ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΟΜΠΥ!», ιστορία για το Greek Comics Wonderworld). Άλλο νέο άλμπουμ, το ανεξάρτητο κόμικ fanzine HeHe!, γνωστό και ως Το Χειρότερο Μίκυ Μάο Της Πόλης, που, μετά από δύο τεύχη, μετακόμισε στην Giganto books και μπαίνει σε νέα φάση ζωής. Επειδή λατρεύω τις παραφθορές των λέξεων και τους ιδιωματισμούς, δεν μπορώ να μην πω πόσο με κέρδισε το tagline του περιοδικού, μία χαριτωμένη lingo λεπτομέρεια της παρέας, αναβίωση της κουτσής προφοράς των τίτλων κόμικς της δεκαετίας του’60 από όσους δεν ήξεραν και πολύ καλά, όχι μόνο για τις εκδόσεις Ντίσνεϊ (Τερζόπουλου) αλλά ο,τιδήποτε κυκλοφορούσε σε εικονογραφημένο. Το HeHe! (προσωπικός τίτλος των Tomek & Γιάννη Μπαρδάκου ή JB) είναι γλυκό, ακαριαίο, κάπως αρρωστούλικο, ελαφρώς σουρεάλ, με τεχνική που θυμίζει σε μερικές στιγμές Αμερικάνους σχεδιαστές της Δυτικής Ακτής των 60ς και σε άλλες, μονογραμμικά καρτούν των 70ς. Guest συμμετοχή στο τεύχος, ένα freak show δισέλιδο κόμικ από τον Dr. Mo (έχει πλάκα να ψάξετε να αναγνωρίσετε τα «επώνυμα πρόσωπα» που (δεν) κρύβονται στις μαριονέτες The Shitty Puppets). Ανάμεσα στις ιστορίες του HeHe!, και μία εξαιρετική περιπέτεια επικοινωνίας, η «Φάτσα», για όσα μπορεί να καταλαβαίνουν το μυαλό, τα μάτια, η μύτη και το στόμα – ταυτόχρονα και διαφορετικά.

Έξω από την Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, στη Μασσαλίας, δεκάδες cubs καπνίζουν κρατώντας στο χέρι τις σακουλίτσες τους. Στη Σόλωνος κατεβαίνει μία μικρή διαδήλωση, στη Σκουφά την ακολουθεί παράλληλα και διακριτικά μία διμοιρία. Οι ιστορίες συμβαίνουν παράλληλα, σαν freeze frames του Pan Pan. Ανηφορίζω προς τη γειτονιά μου, πίσω από την Ένωση. Για μένα εκεί είναι η καρδιά της Αθήνας. Αυτό βλέπω. Γαλλικό Ινστιτούτο, τέρμα Σϊνα, το περίπτερο στο τέρμα της Διδότου, τα σκαλάκια του παλιού Αερόστατου, εκείνα που τα έχουν μετρήσει κατρακυλώντας μερικά από τα χρόνια μου, με τον Κ. και την Ε. και με τον γνωστό αστάθμητο τρόπο που λειτουργούν τα τρίγωνα μετά από πολλά ποτά.

(Athens Voice, τ.298, 22.04.10)

17 Μαρ 2010

Μικροί ήρωες στο Μικρό Παλάς

  • Στην πρόβα τζενεράλε του Βασιλικού, στο «Μικρό Παλάς» την περασμένη Τετάρτη, συμβαίνει ένα μικρό ανθολόγιο της μουσικής αυτής της πόλης. Οι παρόντες στο ασφυκτικό φουαγιέ συμπυκνώνουν όλο το μουσικό hype των τελευταίων 40 χρόνων, σαν ένα best-of της ατζέντας του καλύτερου πι-αρ μάνατζερ. Από την ιερατική φιγούρα του Σαββόπουλου μέχρι την ποπ δημοσιογραφία, από τη θεσσαλονικιώτικη φράξια μέχρι τον Δαβαράκη, από τις indie συγγένειες των Raining Pleasure μέχρι τους θεσμούς: Γαλάνη, Δεληβοριάς, γιού-γκετ-ιτ.

  • Ανάμεσά τους κι ένας μάχιμος, ο Κώστας Γανωτής, μουσικός της άγριας πλευράς του δρόμου. Άνθρωπος με λαβωματιές, ξενυχτισμένος για πάντα στην αρένα - από τα καφάσια και τις τσιμεντένιες πίστες του τελευταίου παραπήγματος σκυλάδικου της επαρχίας μέχρι τα steampunk μεγαθήρια σκηνικά του Παντελιδάκη στις παραστάσεις της Άλκηστης, με δισκογραφία γεμάτη ποιήματα και θυμωμένη νοσταλγία γι’ αυτό που ποτέ δεν κατάφερε να νικήσει η μουσική επάνω στη ζωή. Όποτε συναντιέμαι με τον Γανωτή και την Ε., νοιώθω ότι θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ φίλοι ίσως κάποτε. Υπάρχει ένα «ξέρω, μην πεις τίποτα» στον αέρα. Σαν να έχουμε ακούσει τα ίδια τραγούδια, σε άλλους τόπους, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας.

«(…) Το οτοστόπ χάρις σε αυτό το αγροτικό από πολύ νωρίς για μένα είχε γίνει παρελθόν. Ο θάλαμός του, η καμπίνα του, έβραζε. Στην δίπλα θέση στήριξα σε όρθια στάση την κιθάρα. Κρέμασα από την μέσα μεριά του δεξιού παράθυρου την πουκαμίσα. Άνοιξα την πόρτα του οδηγού διάπλατα και με πλάτη προς την θάλασσα που μπαφιασμένα ακινητούσε, όχι μόνο από τη ζέστη αλλά και από τα αμέτρητα κορμιά που συνέχιζε να πλένει, άναψα τσιγάρο. Άσσο σκέτο.

Έβαλα μια κασέτα του Βαν Μόρισον που κατά λάθος είχε διασωθεί από το χύμα μου, όπως και εκείνη της Μίτσελ, του Τζάρετ, του Γκαρμπάρεκ και άρχισα, καθώς δεν καταλάβαινα Χριστό από τα λόγια του Μόρισον, απλά τον άκουγα ως instrumental, να φτιάχνω νοερά το μπουζουκορεπερτόριο που θα μου έδινε ψωμί να φάω.»

  • Κοιτάζονται για ένα λεπτό σαν να συνεννοούνται, μετά η Ε. ανοίγει την τσάντα της κ μου δίνει ένα βιβλίο τυλιγμένο σε ανακυκλωμένο χαρτί από «βιβλιοπωλείο – καφενείο» του Βόλου. «Αυτό θέλω να το διαβάσεις» λέει ο Γανωτής και νοιώθω σαν να μου δίνει το εφηβικό του ημερολόγιο.

  • Στο μικρό καμπαρέ του «Μικρού Παλάς», πάνω σε χαμηλοτάβανη σκηνή με χρυσή βροχή, ο Βασιλικός ανοίγει σελίδα με τη σελίδα το εφηβικό του ημερολόγιο. Παίρνει τα τραγούδια που αγάπησε στα τριαντατόσα του χρόνια και μας τα δείχνει ντροπαλά, με μια μπάντα που γαμάει («η δεύτερή μου μπάντα» τη συστήνει), πόσο γλυκά τα σεβάστηκε, πόσο περίτεχνα τα διατήρησε στο ανθολόγιό του, πόσο τα αγαπάει έτσι που γυαλίζουν σαν καινούργια. Από το πρόσφατο άλμπουμ “Vintage” (είναι τόσα πολλά που θα ακολουθήσει και “Vintage 2”, είπε), μία συναυλία που ξεκινάει σαν νυχτερινή πτήση (φωτάκια, σκοτάδι, ονειρικό βουητό) και περνάει απ’ όλες τις παραλίες, τις ταράτσες, τα πάρτι και τα κλαμπ του κόσμου. Beatles, Sinatra, Velvet Underground, Kate Bush, Billie Holiday, σελίδες από τη ζωή όλων εκεί μέσα. Διασκευασμένα με μία διάθεση τόσο ποιητική που σχεδόν φοβάσαι να αναπνεύσεις για να μην διαλυθούνε στον καπνό από τα αρωματικά στικς που άναψε ο κιθαρίστας γύρω από τη σκηνή, στην αρχή του προγράμματος – πόσο sixties αυτό, πόσο τρυφερά χίπικο και lounge.

«Και είδα εν ριπή οφθαλμού, εν μέσω άμουσων αυτοσχεδιασμών, να περνούν εκεί στα μάτια μου μπροστά φάλτσες συμπεριφορές, αμήχανες φιγούρες μουσικών, σερβιτόροι γάτες, διάλογοι χεριών, συνεννοήσεις ματιών, σπασίματα, τσουγκρίσματα, όλα σε διαπασών, όπως και των παταριών οι ρόμικες κουβέντες. Μεγαλοϋποσχέσεις στα λεζαντιάρικα τα μπροστινά τραπέζια, γραβάτες εμπριμέ, γυναίκες σαν παγώνια, βλέμματα εκστατικά μεταξύ 3 και 5 το πρωί, γύρω από τη γαλάζια αλκοολούχα φλόγα που λαίμαργα καταβρόχθιζε τραπεζομάντηλα, πουκάμισα, σακάκια, γραβάτες, καμιά φορά και αυτά τα παντελόνια. Ενώ στα πίσω, κυρίως στις γωνίες, ακροβολισμένοι μπανιστές, μάγκες που κάναν μούσα. Φουμάρισμα αργό με επιτόπιες περιστροφές σωστές, χωρίς κορώνες και φωνές, πότες του καημού, ντερβίσια και αλάνια του νυχτόβιου συρμού που ανάμεσά τους διακρίνονταν από καιρού εις καιρόν, μέσα στο μισοσκόταδο, και περιγράμματα σαλών, αγίων. Παντού κορμιά σε προσφορά, μάσκες συμπεριφοράς και μακιγιάζ, κάθε που πλησίαζε η αυγή έβλεπα να πέφτουν σαν τα γαρύφαλλα πάνω στην πίστα νικημένα. Ανέκφραστα, στα γρήγορα τότε αποτραβιόμουνα πίσω στα αριστερά, την πίστα αφήνοντας να αλωνίσουν, ολόκληρη δική τους

  • Ο Βασιλικός κάνει γέφυρες ανάμεσα στα τραγούδια απαγγέλοντας στίχους με μία ηλεκτρονική, ιερουργική φωνή, σαν ευαίσθητο bot μπροστά στην ανείπωτη ομορφιά της μοναξιάς. Η ατμόσφαιρα είναι αμήχανα κατανυκτική σχεδόν, νοιώθω να γλιστρώ ελαφρώς από τον καναπέ κρατώντας την αναπνοή μου μπροστά σε αυτή την ησυχία του νυχτερινού γκλίτερ. Με λυτρωτική ανακούφιση όμως μετά, απολαμβάνω τις στροφές της μπάντας όλης, καθώς επιταχύνονται κι ανάβουνε κι αρπάζουνε και στο “All tomorrows parties” νοιώθω ευτυχισμένος, έτοιμος να καταπιώ όλη μου τη ζωή ξανά σαν ένα καινούργιο χάπι.

«(…) Σηκώνεται αυλαία. Η παράσταση της δεύτερης «Λεωφόρου» ξεδιπλώνει τα πλουμιστά φτερά της. Κορυφαία η Άλκηστη. Πλαισιωμένη από τον κοστουμαρισμένο Χρίστο, τον Νίκο, και την αφεντιά μου, ως καταραμένο και όχι μόνο τρίο. Φρέσκα όνειρα στολίζουν το μυαλό μου. Μετά από λίγο, μετά από κάποιες νύχτες με ουρές στην είσοδο, μας πήρε παραμάσχαλα η εποχή, γίναμε της μόδας. Γκράντε σουξέ, οι προβολείς, τα ρούχα μας επί σκηνής αστράφτουν. Υπερίπταται η Άλκηστις, ξορκίζοντας με τον σπαθάτο ήχος της, από την μία δαίμονες κι από την άλλη προσκαλεί αγγέλους. Τους βλέπω είναι εκεί, μέσα στον κόσμο, πίσω από τις νέες φάτσες, τα ρούχα, τις πόζες, τις στάσεις. Χαίρονται, χειροκροτούν, θαυμάζουν όπως κι εγώ την παράσταση, την Άλκηστη, που ανοίγει πόρτες και παράθυρα στην επιτυχία, στο όνειρο, να μπούμε όλοι μέσα. (…) Η πόρτα του δικού μου ονείρου είναι εκεί. Την βλέπω. Κάνω να την διαβώ, μα νοιώθω το βήμα μου στο κενό, δεν πιάνει σκαλοπάτι. (…) Κάτι εναντιωνόταν βαθιά μες την καρδιά μου, χωρίς να ξέρω, αν ήταν κατάρα ή ευχή. Καταλάβαινα όμως πως δεν έλεγε να εξαφανιστεί, να σβήσει, να πεθάνει. Αντίθετα. Νύχτα με την νύχτα όλο και διόγκωνε μέσα μου μια απροσδιόριστη αγωνία, για το τελικά, ποιος είμαι, τι κάνω, πού πηγαίνω. Αρχίζω να παρατηρώ. Με καθαρή, όχι παραμορφωτική ματιά. Το έργο αυτό το είχα ξαναζήσει. Λείπουν τα πιάτα, τα λουλούδια, κατά τα άλλα η συμπεριφορά του κόσμου δεν έχει διαφορά απ’ το ξεπούρλεμα προχωρημένες ώρες, κάποτε στα μπουζουκομάγαζα, απ΄τα οποία πίστευα πως είχα πια ξεφύγει. Τότε κατάλαβα, κι ας μη με βόλευε, πως είμαι από άλλο ανέκδοτο

  • Στο εξώφυλλο του βιβλίου «Περιμένοντας τον Λάκη Ρα» του Κώστα Γανωτή, πάνω σε βρεγμένη άσφαλτο, θήκη μπάσου κι ένα ζευγάρι παλιές, μαύρες μπότες μηχανής. Στην έξοδο οι μικροί ήρωες του «Μικρού Παλάς» μπαίνουν στο δικό του μικρό ανέκδοτο ο καθένας για να φύγουν. Ανάβοντας τις μηχανές και τα φωτάκια της απογείωσης, βάζουν μουσική. Με έναν διαφορετικό τρόπο, ακούνε όλοι το ίδιο τραγούδι.
(Athens Voice, τ.294, 18.03.10)

4 Φεβ 2010

MICRO-PHONE

Το εξώφυλλο του micro comic “Παρά Φύση” του Τάσσου Παπαϊωάννου, ένα από τα μικρά μυστικά του πακέτου OneManShow (onemanshowstudio.com)

«Σας είναι μικρόThe story of my life. Είμαι ένας μεγάλος άνθρωπος που αγαπάει, συνήθως, μικρά πράγματα. Θα μπορούσα να πω την ιστορία της ζωής μου μέσα στις 49 θέσεις μιας μινιατουροθήκης. Σαρανταεννέα κεφάλαια μέγεθος μπρελόκ.

Modus operandi. Λειτουργώ με έναν τρόπο. Χρειάζεται ένας μοχλός. Και αυτός συνήθως είναι ένα Αντικείμενο που, μέσω επιλεκτικού συνδυασμού αισθήσεων, ενεργοποιεί μηχανισμούς τρυφερότητας, ανάγκης, ευχαρίστησης και ασφάλειας. Κάποια στιγμή πέφτει ο γενικός, καίγεται η ασφάλεια, πανικοβάλ.

Το εγχειρίδιο χειρισμού αυτού του χοντρο-bot λέει: Δώστε του παιχνίδια. Toys. Πράγματα να τα τοποθετεί μέσα σε κουτάκια και αυτά τα κουτάκια πάνω σε ραφάκια. Ανοίγω μικρά συρτάρια στο κεφάλι μου και πετάγονται εκπλήξεις, τρομαχτικοί τζόκερ, τίτλοι, ιδέες, μαλακίες. Το Ντουλάπι με τα Παράξενα Πράγματα. Μικρο-πράγματα που μπορείς να τα κάνεις ιστορίες, παραγράφους των 20 λέξεων ή των 140 χαρακτήρων.

Ειρήσθω εν παρόδω: το επόμενο Pecha Kucha έρχεται: 5 Μαρτίου.

Πώς να τα χειριστείς όμως; Μια φορά είχα ένα κινητό. Κόκκινο, γυαλιστερό, μέγεθος matchbox. Μια χαψιά το έκανες. Τα μεγάλα μου δάχτυλα πατούσαν λάθος πλήκτρα, λάθος στιγμές, διέλυαν τη μικρο-γκατζετοσύνη της συσκευής όπως και οι νυχάρες της Μπάρμπαρα Στρέηζαντ θα κάρφωναν αδέξια τους υγρούς κρυστάλλους της οθόνης του κάθε κινητού της. Ήθελα να το πετάξω το κολοτηλέφωνο και να γυρίσω πίσω στον βαρύ βακελίτη, με το καντράν. Κάτι παράξενο συμβαίνει στο μυαλό του Τζον-Μάλκοβιτς. Ζητάει μικρά, χοντρουλά πράγματα που δημιουργούν αυτοτελή, στρογγυλά αισθήματα. Κουταβάκια. Κυκλικά τενεκεδένια κουτιά από μέντες. Κρυστάλλινες μπίλιες. Πινέζες. Χοντροκόλικες βίδες, παλιότερα, για να τις κολλάω μιλιμετρημένα, πυκνές, επάνω σε γύψινες φτηνές προτομές από τα τουριστικά της Πλάκας (έφτιαχνα τον Hellraiser). «Ανάγκη τρυφερότητας» το χαρακτήριζε ο Μ.

Πριν λίγες μέρες, μπήκα στο παλιό βιβλιοχαρτοπωλείο της οδού Λέκκα 1, στην πλατεία Κλαυθμώνος. Παλιά, μερικές φορές, αγόραζα από εκεί με τον πατέρα μου μπλε σχολικές κόλες χαρτί, διαφανή καλύμματα τετραδίων, ετικέτες, κιτρινόμαυρα φάμπερ, παχουλές, σφριγηλές γομολάστιχες. Είδα τους παλιούς ξύλινους βερνικωμένους πάγκους, ξαναθυμήθηκα τη μυρωδιά, ήρθαν όλα πίσω. Κοίταξα τα δάχτυλά μου και ήταν μουτζουρωμένα, μπλε. Το ωραιότερο δώρο που μπορούσε τότε να μου κάνει ο πατέρας μου, ήταν όταν να μου έφερνε από την Τράπεζα φύλλα αχρησιμοποίητο καρμπόν. Πολλαπλασίαζα αντιγράφοντας εικόνες εκατοντάδων περιοδικών, στάμπωνα τα σκίτσα με το καρμπόν πάνω – παντού - όπου έβρισκα λευκή επιφάνεια, γέμιζαν τα τσουμπωτά δαχτυλάκια του πιτσιρικά με μαύρο καρμπόν γραφίτη ή σκούρο μπλε μελάνι.

Στην οδό Λέκκα αγόρασα, ξανά, καρμπόν και πέννες, τις ωραίες, μικρές, με τις κομμένες μύτες που γέρνοντας στις καμπύλες των γραμμάτων δημιουργούν ωραία, σέξυ, κυματιστά πάχη και μετά πάλι λεπτές, όρθιες γραμμές – μέχρι να γράψεις αυτό που θέλεις πάνω σε χαρτί bond, 49 κεφάλαια σε 20 λέξεις. Πέννες και μικρά μπουκαλάκια μελάνη: σκούρα μπλε, μαύρη και λουλακί.

Μερικές φορές πιστεύω ότι άρχισα να κάνω τη δουλειά που μπλέχτηκα να κάνω, από καθαρό φετιχισμό: εξάρτηση από τα μικρά είδη βιβλιοχαρτοπωλείου. Με κάθε app που προσθέτω στο άη-φον, και ένα νέο micro αντικείμενο γεννιέται σαν αυγό κλουαζονέ επάνω στο γραφείο μου. Ξύστρες, μπλοκ, κόλλες, κουτάκια με μύτες, στελέχη.

Τη μέρα που ξέραμε ότι θα παρουσίαζε ο Steve Jobs της Apple τη νέα Ταμπλέτα, «ένα μεγάλο άη-φον» όπως το περιμέναμε, ήμασταν γραπωμένοι πάνω στις επιφάνειες εργασίας μας, παρακολουθώντας βήμα – βήμα τις φωτογραφίες να κατεβαίνουν από τις live αναμεταδόσεις των φρήκων στην Κοιλάδα της Σιλικόνης, τουητάροντας κι εμείς, τη σημειολογία του νέου παιχνιδιού αυτής της εβδομάδας που είχε στοιχειώσει στο μυαλό όλων – των γκατζετάκηδων της Λεωφόρου Bandwidth αλλά και των Uber-Cool Σνομπαραίων που, λόγω θέσης, λένε και τα καλύτερα αστεία.

Τι Προσέξαμε Τη Μέρα Εκείνη:
· Φυσούσε τόσο wifi εκεί μέσα που, κανονικά, θα έπρεπε να έχει επηρεάσει τα μαλλιά τους.
· Όλο το αμφιθέατρο ήταν σκυμμένοι στα άη-φον τους και τουίταραν, κανείς δεν κοίταζε τη σκηνή.
· Χαχα, επόμενο ήταν. Το Τουήτερ κράσαρε. Έβγαλε τη Φάλαινα Που Την Πάνε Τα Πουλάκια. Fail whale.
· Πρώτο τραπέζι πίστα ο Al Gore.
· Αποκλειστική μουσική του pre-presentation, Bob Dylan. Αποκλειστικά και μόνο. Είναι ο Μίκης Θεοδωράκης των Αμερικάνων.
· Το όνομα ipad είναι ατυχές, αλλά συνεχίζει το διασκεδαστικό σερί αστείων με το «άη» στην αρχή.
· Ο Steve Jobs κάθισε στην κλασική μπλακ μέταλ Le Corbusier του 1929 που θυμίζει τις γραμμές του άη-φον. Άη λάηκ.
· Ο Steve Jobs είχε τρία μπουκάλια νερό δίπλα του.
· Ο Steve Jobs ποτέ δεν πίνει δεύτερη φορά από το ίδιο μπουκάλι νερό.
· Το άη-πάντ είναι ένα μεγάλο, γυαλιστερό άη-φον, χωρίς το φον.
· Είναι τόσο γυαλιστερό που θέλω να το γλύψω.

Οι περισσότεροι κατηγορούν το ipad ότι είναι πολύ μεγάλο για τηλέφωνο (not) και πολύ μικρό για netbook. Κάποιος έγραψε ένα σχετικό, καινούργιο “Yoma” αστείο που κυκλοφόρησε σε ρυθμό τουήτ: «Υo mama, η μάνα σου είναι τόσο χοντρή που χρησιμοποιεί το άη-παντ για τηλέφωνο».

Η αλήθεια είναι ότι χωρίς κάμερα, τι να το κάνεις το τηλέφωνο; Και χωρίς κάμερα τι να τα κάνεις τα social media; Και χωρίς flash τι να το κάνεις το internet;

Ναι αλλά και στο άη-φον πώς να δεις ταινία; Δεν είμαι και ο Ρατατούιγ σε μέγεθος. Κι επίσης: πώς να διαβάσεις e-book στο άη-φον;

Σε αυτό το σημείο έλιωσα γιατί είδα το άη-βιβλιοπωλείο του άη-παντ, μία βιβλιοθήκη τίτλων που σε κάνει να θέλεις να πεις «άη παράτα μας κι εσύ» στο Άμαζον. Είναι ράφια, ΡΑΦΙΑ, ωραία, μικρά, ξύλινα, ατέλειωτα, με βιβλία, ΒΙΒΛΙΑ, τακτοποιημένα επάνω τους. Απλώνεις το χέρι, τραβάς, κι αυτό με κυβερνορεαλιστική ακρίβεια έρχεται μπροστά στην οθονάρα σου κι ανοίγει, το ξεφυλλίζεις, φρατ-φρουτ, το βάζεις πίσω στο ΡΑΦΙ του και παίρνεις άλλο. Ή περιοδικό. Με φωτογραφίες. Φλαπ-φλιπ-φλιπ.

Ο Μπίμπας μας έλεγε «Ναι, αλλά αν το διαβάζεις ξαπλωμένος δεν θέλεις να σε πάρει ο ύπνος και να σου έρθει στα μούτρα το άη-παντ». Οκ, αλλά το ίδιο έλεγες και όταν διάβαζες το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» σε hardcopy. Ακόμα το έχεις το σημαδάκι στο μέτωπο.

Μέσα μου ο Άσχετος μου ψιθυρίζει «Το λατρεύεις. Σου αρέσει. Θα το πάρεις. 899 γαμοδολάρια». Απ’ έξω μου ο Β. μου ξεκαθαρίζει «Δεν θα το πάρουμε. Θα περιμένουμε τις βελτιώσεις». Κάθε βελτίωση και 100 γαμοδολάρια, να υποθέσω ε;. «Οκ. Θα πάμε όμως σε ένα Άπλ Στορ να το αγγίξουμε όταν βγει;». Συμβιβάζομαι, αρκεί να μην το γλύψω.

Το παιχνίδι με τα μεγέθη μπορεί να γίνει τρελή εμμονή. Να ανοιγοκλείνεις τα sizes κυνηγώντας το τέλειο fit. Τη μέρα που γνώρισα το Μεγάλο Άη-Φον (not) και είχα γράψει στο σημειωματάριό μου με την Μικρή Κοφτή Πέννα, ήρθε στα χέρια μου το πακετάκι του Τάσσου Παπαϊωάννου, ένα ζιπαρισμένο stack με τις Εικόνες του σε XtraSmall κάρτες που τις παίρνεις, τις γράφεις, τις ταχυδρομείς, τις κολλάς, τις βάζεις όπου θέλεις, σε ραφάκια, σε κουτιά, σε κουτάκια, σαν Μπαμπούσκα σε Μπαμπούσκα σε Μπαμπούσκα σε Μπαμπούσκα…

XtraLarge, το επόμενο βράδυ, πήγαμε στην «Τραβιάτα» στη Λυρική Σκηνή. Απολαμβάνοντας τις Μεγάλες Μουσικές Στροφές μέσα στα Βαθιά Βυσσινί Καφέ Χρώματα της σκηνοθεσίας, βλέπαμε τη Βιολέτα να ζει το φθισικό της Mέγα Δράμα σαν γνήσια βασίλισσα του είδους (που υπερβάλλει στα μεγέθη των μικρών, στρόγγυλων αισθημάτων της). Μέσα μου μία φωνή μου θύμιζε: «Το Τζέλα Δέλτα δεν είχε φουγάρα».