17 Μαρ 2010

Μικροί ήρωες στο Μικρό Παλάς

  • Στην πρόβα τζενεράλε του Βασιλικού, στο «Μικρό Παλάς» την περασμένη Τετάρτη, συμβαίνει ένα μικρό ανθολόγιο της μουσικής αυτής της πόλης. Οι παρόντες στο ασφυκτικό φουαγιέ συμπυκνώνουν όλο το μουσικό hype των τελευταίων 40 χρόνων, σαν ένα best-of της ατζέντας του καλύτερου πι-αρ μάνατζερ. Από την ιερατική φιγούρα του Σαββόπουλου μέχρι την ποπ δημοσιογραφία, από τη θεσσαλονικιώτικη φράξια μέχρι τον Δαβαράκη, από τις indie συγγένειες των Raining Pleasure μέχρι τους θεσμούς: Γαλάνη, Δεληβοριάς, γιού-γκετ-ιτ.

  • Ανάμεσά τους κι ένας μάχιμος, ο Κώστας Γανωτής, μουσικός της άγριας πλευράς του δρόμου. Άνθρωπος με λαβωματιές, ξενυχτισμένος για πάντα στην αρένα - από τα καφάσια και τις τσιμεντένιες πίστες του τελευταίου παραπήγματος σκυλάδικου της επαρχίας μέχρι τα steampunk μεγαθήρια σκηνικά του Παντελιδάκη στις παραστάσεις της Άλκηστης, με δισκογραφία γεμάτη ποιήματα και θυμωμένη νοσταλγία γι’ αυτό που ποτέ δεν κατάφερε να νικήσει η μουσική επάνω στη ζωή. Όποτε συναντιέμαι με τον Γανωτή και την Ε., νοιώθω ότι θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ φίλοι ίσως κάποτε. Υπάρχει ένα «ξέρω, μην πεις τίποτα» στον αέρα. Σαν να έχουμε ακούσει τα ίδια τραγούδια, σε άλλους τόπους, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας.

«(…) Το οτοστόπ χάρις σε αυτό το αγροτικό από πολύ νωρίς για μένα είχε γίνει παρελθόν. Ο θάλαμός του, η καμπίνα του, έβραζε. Στην δίπλα θέση στήριξα σε όρθια στάση την κιθάρα. Κρέμασα από την μέσα μεριά του δεξιού παράθυρου την πουκαμίσα. Άνοιξα την πόρτα του οδηγού διάπλατα και με πλάτη προς την θάλασσα που μπαφιασμένα ακινητούσε, όχι μόνο από τη ζέστη αλλά και από τα αμέτρητα κορμιά που συνέχιζε να πλένει, άναψα τσιγάρο. Άσσο σκέτο.

Έβαλα μια κασέτα του Βαν Μόρισον που κατά λάθος είχε διασωθεί από το χύμα μου, όπως και εκείνη της Μίτσελ, του Τζάρετ, του Γκαρμπάρεκ και άρχισα, καθώς δεν καταλάβαινα Χριστό από τα λόγια του Μόρισον, απλά τον άκουγα ως instrumental, να φτιάχνω νοερά το μπουζουκορεπερτόριο που θα μου έδινε ψωμί να φάω.»

  • Κοιτάζονται για ένα λεπτό σαν να συνεννοούνται, μετά η Ε. ανοίγει την τσάντα της κ μου δίνει ένα βιβλίο τυλιγμένο σε ανακυκλωμένο χαρτί από «βιβλιοπωλείο – καφενείο» του Βόλου. «Αυτό θέλω να το διαβάσεις» λέει ο Γανωτής και νοιώθω σαν να μου δίνει το εφηβικό του ημερολόγιο.

  • Στο μικρό καμπαρέ του «Μικρού Παλάς», πάνω σε χαμηλοτάβανη σκηνή με χρυσή βροχή, ο Βασιλικός ανοίγει σελίδα με τη σελίδα το εφηβικό του ημερολόγιο. Παίρνει τα τραγούδια που αγάπησε στα τριαντατόσα του χρόνια και μας τα δείχνει ντροπαλά, με μια μπάντα που γαμάει («η δεύτερή μου μπάντα» τη συστήνει), πόσο γλυκά τα σεβάστηκε, πόσο περίτεχνα τα διατήρησε στο ανθολόγιό του, πόσο τα αγαπάει έτσι που γυαλίζουν σαν καινούργια. Από το πρόσφατο άλμπουμ “Vintage” (είναι τόσα πολλά που θα ακολουθήσει και “Vintage 2”, είπε), μία συναυλία που ξεκινάει σαν νυχτερινή πτήση (φωτάκια, σκοτάδι, ονειρικό βουητό) και περνάει απ’ όλες τις παραλίες, τις ταράτσες, τα πάρτι και τα κλαμπ του κόσμου. Beatles, Sinatra, Velvet Underground, Kate Bush, Billie Holiday, σελίδες από τη ζωή όλων εκεί μέσα. Διασκευασμένα με μία διάθεση τόσο ποιητική που σχεδόν φοβάσαι να αναπνεύσεις για να μην διαλυθούνε στον καπνό από τα αρωματικά στικς που άναψε ο κιθαρίστας γύρω από τη σκηνή, στην αρχή του προγράμματος – πόσο sixties αυτό, πόσο τρυφερά χίπικο και lounge.

«Και είδα εν ριπή οφθαλμού, εν μέσω άμουσων αυτοσχεδιασμών, να περνούν εκεί στα μάτια μου μπροστά φάλτσες συμπεριφορές, αμήχανες φιγούρες μουσικών, σερβιτόροι γάτες, διάλογοι χεριών, συνεννοήσεις ματιών, σπασίματα, τσουγκρίσματα, όλα σε διαπασών, όπως και των παταριών οι ρόμικες κουβέντες. Μεγαλοϋποσχέσεις στα λεζαντιάρικα τα μπροστινά τραπέζια, γραβάτες εμπριμέ, γυναίκες σαν παγώνια, βλέμματα εκστατικά μεταξύ 3 και 5 το πρωί, γύρω από τη γαλάζια αλκοολούχα φλόγα που λαίμαργα καταβρόχθιζε τραπεζομάντηλα, πουκάμισα, σακάκια, γραβάτες, καμιά φορά και αυτά τα παντελόνια. Ενώ στα πίσω, κυρίως στις γωνίες, ακροβολισμένοι μπανιστές, μάγκες που κάναν μούσα. Φουμάρισμα αργό με επιτόπιες περιστροφές σωστές, χωρίς κορώνες και φωνές, πότες του καημού, ντερβίσια και αλάνια του νυχτόβιου συρμού που ανάμεσά τους διακρίνονταν από καιρού εις καιρόν, μέσα στο μισοσκόταδο, και περιγράμματα σαλών, αγίων. Παντού κορμιά σε προσφορά, μάσκες συμπεριφοράς και μακιγιάζ, κάθε που πλησίαζε η αυγή έβλεπα να πέφτουν σαν τα γαρύφαλλα πάνω στην πίστα νικημένα. Ανέκφραστα, στα γρήγορα τότε αποτραβιόμουνα πίσω στα αριστερά, την πίστα αφήνοντας να αλωνίσουν, ολόκληρη δική τους

  • Ο Βασιλικός κάνει γέφυρες ανάμεσα στα τραγούδια απαγγέλοντας στίχους με μία ηλεκτρονική, ιερουργική φωνή, σαν ευαίσθητο bot μπροστά στην ανείπωτη ομορφιά της μοναξιάς. Η ατμόσφαιρα είναι αμήχανα κατανυκτική σχεδόν, νοιώθω να γλιστρώ ελαφρώς από τον καναπέ κρατώντας την αναπνοή μου μπροστά σε αυτή την ησυχία του νυχτερινού γκλίτερ. Με λυτρωτική ανακούφιση όμως μετά, απολαμβάνω τις στροφές της μπάντας όλης, καθώς επιταχύνονται κι ανάβουνε κι αρπάζουνε και στο “All tomorrows parties” νοιώθω ευτυχισμένος, έτοιμος να καταπιώ όλη μου τη ζωή ξανά σαν ένα καινούργιο χάπι.

«(…) Σηκώνεται αυλαία. Η παράσταση της δεύτερης «Λεωφόρου» ξεδιπλώνει τα πλουμιστά φτερά της. Κορυφαία η Άλκηστη. Πλαισιωμένη από τον κοστουμαρισμένο Χρίστο, τον Νίκο, και την αφεντιά μου, ως καταραμένο και όχι μόνο τρίο. Φρέσκα όνειρα στολίζουν το μυαλό μου. Μετά από λίγο, μετά από κάποιες νύχτες με ουρές στην είσοδο, μας πήρε παραμάσχαλα η εποχή, γίναμε της μόδας. Γκράντε σουξέ, οι προβολείς, τα ρούχα μας επί σκηνής αστράφτουν. Υπερίπταται η Άλκηστις, ξορκίζοντας με τον σπαθάτο ήχος της, από την μία δαίμονες κι από την άλλη προσκαλεί αγγέλους. Τους βλέπω είναι εκεί, μέσα στον κόσμο, πίσω από τις νέες φάτσες, τα ρούχα, τις πόζες, τις στάσεις. Χαίρονται, χειροκροτούν, θαυμάζουν όπως κι εγώ την παράσταση, την Άλκηστη, που ανοίγει πόρτες και παράθυρα στην επιτυχία, στο όνειρο, να μπούμε όλοι μέσα. (…) Η πόρτα του δικού μου ονείρου είναι εκεί. Την βλέπω. Κάνω να την διαβώ, μα νοιώθω το βήμα μου στο κενό, δεν πιάνει σκαλοπάτι. (…) Κάτι εναντιωνόταν βαθιά μες την καρδιά μου, χωρίς να ξέρω, αν ήταν κατάρα ή ευχή. Καταλάβαινα όμως πως δεν έλεγε να εξαφανιστεί, να σβήσει, να πεθάνει. Αντίθετα. Νύχτα με την νύχτα όλο και διόγκωνε μέσα μου μια απροσδιόριστη αγωνία, για το τελικά, ποιος είμαι, τι κάνω, πού πηγαίνω. Αρχίζω να παρατηρώ. Με καθαρή, όχι παραμορφωτική ματιά. Το έργο αυτό το είχα ξαναζήσει. Λείπουν τα πιάτα, τα λουλούδια, κατά τα άλλα η συμπεριφορά του κόσμου δεν έχει διαφορά απ’ το ξεπούρλεμα προχωρημένες ώρες, κάποτε στα μπουζουκομάγαζα, απ΄τα οποία πίστευα πως είχα πια ξεφύγει. Τότε κατάλαβα, κι ας μη με βόλευε, πως είμαι από άλλο ανέκδοτο

  • Στο εξώφυλλο του βιβλίου «Περιμένοντας τον Λάκη Ρα» του Κώστα Γανωτή, πάνω σε βρεγμένη άσφαλτο, θήκη μπάσου κι ένα ζευγάρι παλιές, μαύρες μπότες μηχανής. Στην έξοδο οι μικροί ήρωες του «Μικρού Παλάς» μπαίνουν στο δικό του μικρό ανέκδοτο ο καθένας για να φύγουν. Ανάβοντας τις μηχανές και τα φωτάκια της απογείωσης, βάζουν μουσική. Με έναν διαφορετικό τρόπο, ακούνε όλοι το ίδιο τραγούδι.
(Athens Voice, τ.294, 18.03.10)

Δεν υπάρχουν σχόλια: