20 Ιουλ 2008

"Τσικιτίτα, πες μου την αλήθεια."

Μάνα Κουράγιο.


  • Πριν 9 χρόνια, στο Λονδίνο, με μία παράταιρη, απρόοπτη παρέα, μεθυσμένοι κάπως, πήγαμε σε κάποιο θέατρο να δούμε «ένα pop μιούζικαλ». Δεν είχαμε ιδέα περί τίνος επρόκειτο, ήταν η πρώτη νύχτα των previews, δεν ήξερε ούτε αυτός που μας έσυρε μέχρι εκεί τι θα συνέβαινε. «Είναι κάτι σαν tribute για τους Abba» μας είχε πει. «Κλείσε, κλείσε» του είχαμε πει (για θέσεις), χωρίς να ρωτήσουμε τίποτα περισσότερο, ελαφρότατοι μέσα στις γκουαράνες και στη μπούρδα του ταξιδιού εκείνου. Κατά βάθος περιμέναμε να δούμε τους ίδιους τους Abba να βγαίνουν συγκινημένοι στο φινάλε και να ευχαριστούν «όλους εσάς, όλα αυτά τα χρόνια» ή έστω στο φουαγιέ να τρώνε τα νύχια τους με αγωνία. Τους Abba και τίποτα Κύπριους.

  • Πέσαμε πάνω σε μία κοσμοπλημμύρα βρετανών happy campers σε happy hour, σαν να είμαστε Αύγουστο στο Φαληράκι της Ρόδου. Δεκαπεντάχρονες Αγγλίδες ντυμένες σαν τη μαμά τους ντυμένη σαν την κόρη της: ελαφρώς “Abba” (καμιά κονκάρδα δηλαδή και μερικά ξεπουπουλιασμένα μποά). Πενηντάρες Αγγλίδες, all the way from Blackpool, πολύ εξιταρισμένες, πολύ εκδρομικές, πολύ απογευματινή παράσταση – σαν Σάββατο απόγευμα στην Ιπποκράτους τις παλιές καλές μέρες που έκοβε ακόμα εισιτήρια η πιάτσα. Από άντρες κάτι Κύπριοι, κάτι σύζυγοι ήσυχοι σαν πετρούλες στη γωνία τους, κάτι gays, μερικές φάτσες του μουσικού τύπου που μυρίστηκαν θέμα και οι τεχνικοί. Πάλι καλά, είπαμε και συνεχίζαμε τις μπύρες.

  • Η παράσταση ήταν ένα εχμμ... τουριστικό λονδρέζικο μιούζικαλ, τόσο έντονα τραβηγμένο για να κουμπώσει στα τραγούδια των Abba που πραγματικά έμοιαζε αστείο – μαζί με το «μίνιμαλ» νησιώτικο ελληνικό σκηνικό, τη σαπουνιάρικη πλοκή και τους φωσκόλιους διάλογους. Οι ελληνικές αναφορές δεν μας φάνηκαν καθόλου τουριστικές και νοσταλγικές. Ούτε ο τρόπος που οι ηθοποιοί ερμήνευαν τα τραγούδια είχε «κάτι από Abba». Αντίθετα, η πρώτη νότα κάθε τραγουδιού, τραγουδισμένη με timing κωμωδίας (παύση – χτύπημα - ατάκα), έκανε να καταρρέει όλος ο προηγούμενος «δραματικός» διάλογος και το θέατρο από τα γέλια. Ήταν το εύρημα του «Mamma Mia!”: ένα πειραχτικό ξάφνιασμα, ένα ειρωνικό σκηνοθετικό tip. Μέσα στη ροή του λόγου να αρχίζει ο ηθοποιός να τραγουδάει «Τσικιτίτα πες μου την αλήθεια» σαν μέλος της χορωδίας των μαντολινάτων. Ξεκαρδιστικό;

  • Τουλάχιστον αρκετά αστείο, για το κοινό εκείνης της βραδιάς, Μάρτιος του ’99, που «συμμετείχε» σαν να βρίσκεται σε sing-along σόου από αυτά που τους αρέσουν τόσο πολύ εκεί στη Leicester Square. Ένα φαστ-φουντ Rocky Horror Show, ένα σαχλό στόρι που βασίζεται σε παλιομοδίτικα κλισέ (ταινίες τρόμου – ταινίες γάμου, στοιχειωμένος πύργος – διακοπές σε ελληνικό νησί, τραγούδια πάρτι που ξέρεις τα λόγια). Αυτό νομίζαμε τόσα χρόνια: ότι θα μπορούσε να είναι cult. Aλλά το «Mamma Mia!», έζησε την ίδια παρεξήγηση που συνέβη και στο «φαινόμενο Abba». Άλλοι τους άκουσαν γιατί είναι «κιτσερέλα» και άλλοι γιατί τους βρήκαν «ειλικρινά συγκινητικούς». Μπορούν στ’ αλήθεια να μπουν μέσα σε ένα έργο αυτές οι δύο διαμετρικά αντίθετες απόψεις;

  • Στην πορεία της επιτυχίας του, το «Mamma Mia!» βάρυνε, οι συντελεστές είδαν χοντρά λεφτά, οι επιχειρηματίες ψάρωσαν, όλο αυτό το ελαφρύ πάρτι κυριακάτικου μεσημεριού – διάλειμμα στη βόλτα του Λονδίνου, έπαθε ιδρυματοποίηση και έγινε «σαλόνι γάμου». Αφού εντόπισε το κοινό του, βγήκε σε αντίτυπα με γνήσιο υπογραφής, πακεταρίστηκε σε βολικά σετ μεταφοράς και άρχισε να οργώνει τον πλανήτη. Καθόλου παράξενο που το πρόσεξε και το Χόλλυγουντ, τώρα που οι «ταινίες για φιλενάδες» γίνονται επιδημία. Οι κιτσερέλες παρέμειναν απογοητευμένες να παίζουν στα πάρτι τους Abba σε διασκευή Erasure.

  • Βλέπαμε την ταινία πριν λίγες μέρες, με την Σ., πάνω σε μία ωραία ταράτσα. Είχαμε κοκαλώσει από τη βαρεμάρα, εγώ προσπαθούσα να τσιμπήσω τίποτα «athens voices» από τις (και όμως ναι!) Κύπριες που καθόταν από πίσω μου και μιλούσαν συ-νέ-χει-α ενώ ερχόταν και κάποια εσ-εμ-ές «να δείρουμε τον Κ.» γιατί αυτός μας έπεισε να πάμε. Σε λίγο η Σ. μου φάνηκε ότι σιώπησε, δεν κάπνιζε καν, γύρισα να την δω μήπως και κοιμήθηκε, αλλά την είδα λιωμένη σαν παγωτό βανίλια στην πολυθρόνα της ενώ ένα δάκρυ τρεμόπαιζε στο βλέμμα της, όπως δακρύζει ο Πάριος στις συνεντεύξεις του. Στο «Slipping through my fingers» (ένα από τα πιο όμορφα μελό τραγούδια των Abba, εμένα δεν μ’ αρέσει), μου έπιασε το χέρι και μου είπε «Μωρό μου, τι όμορφα τραγούδια όμως ε;».

  • Φυσικά είχε δίκιο. Το «Mamma Mia!» δεν είναι καν «τόσο» κακό για να γίνει cult. Είναι ιδανικό για να αδιαφορήσεις γι’ αυτό. Έχει όμως αυτό το πανίσχυρο σημείο αναγνώρισης – τα τραγούδια των Abba. Όπως και να τα δει κανείς, σε euro-trash διασκευές, σε gay hi-nrgy διασκευές, λιγωμένα σιρόπια από stage ερμηνεύτριες, κακοφωνίξ χορωδιακά σε τηλεοπτικά ιταλικά σόου, παιδικές μπαντίνες, ψευδο-ροκ γκρουπάκια, Barbarella ή Κοντοβά, disco 80s ή disco Madonna, όλα παντού και πάντα έχουν μία ευεργετική επίδραση όταν ακούγονται, κάτι σαν να διαβάζεις Αστερίξ τα μεσημέρια μικρός, ψιλόβροχο, παγωμένη μπύρα σε καλαμωτή, ντάλα 80ς – δεν ξέρω. Κάτι πολύ μπανάλ, πάντως, που αρέσει. Η μελωδία τους, έχει το ακριβές χτύπημα της καρδιάς μιας απλής ζωής. Μπορεί να είναι ένας απαράμιλλος σουηδικός τρόπος που βρήκαν οι τύποι για να φτιάχνουν τραγουδάκια με τέλεια εφαρμογή στην καθημερινότητα, σαν ράφια από το ικέα. Μπορεί να είναι μία διαβολική μέθοδος ελέγχου του μυαλού μας από Υπερβόρειους ΥπερΠοπ Εξωγήινους. Μπορεί να είναι μια βλακεία και μισή, καλοκαιριάτικα, με την καλή σου φίλη δίπλα μπαφιασμένη.

  • Η Σ. τελικά δάκρυσε με την Μέριλ Στριπ και η ταινία δεν της φάνηκε και τόσο χάλια. Άρχισε να μου κάνει πώς παίζει η Στριπ στις «Γέφυρες του Μάντισον», μετά θυμηθήκαμε όλη τη φιλμογραφία της, τι φορούσε (από τα Prada μέχρι τα τοξικά αέρια της «Κάρεν Σίλκγουντ» και από την Έθελ Ρόζενμπεργκ στο «Angels in America» μέχρι την ξανθιά χαίτη στο ασπρόμαυρο «Manhattan») και είδαμε πόσο φανερά «δια της μεθόδου» της υποκριτικής, η Streep τραγουδάει εκεί που χρειάζεται και ακριβώς όπως πρέπει. Στο «Postcards from the Edge» έδινε ένα «ύπουλο» country, επαγγελματικά άψογο αλλά με κρυμμένη βαθιά μελαγχολία. Στο «Death becomes her» διεκδικούσε τον προβολέα με την κομψή επιθετικότητα της σκύλας. Στο «Mamma Mia», φράου χέλγκα επαγγελματίας, σέβεται τα ιερά και όσια των Abba και την «κάπως ξινή» σκηνοθετική γραμμή και τραγουδάει ευχάριστα σωστή – αλλά κυρίως απολαυστικά «παίζοντας». Μικρές αδιόρατες πινελιές που συντονίζουν και όλους όσους βρίσκονται «σε διάλογο» μαζί της.

  • Ήταν μια τόσο αποπνικτική, ζεστή βραδιά που δεν μ’ ενδιέφερε καθόλου το Mamma Mia και η επίδρασή του στη σύγχρονη κουλτούρα. Το μόνο που ήθελα ήταν να πάρω την Σ. και να πάμε στη Σουηδία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: